Α. Οι εξελίξεις σε διεθνές και εγχώριο επίπεδο.

1. Η διεθνής συγκυρία χαρακτηρίζεται από την αδυναμία δυναμικού ξεπεράσματος της καπιταλιστικής κρίσης. Η αναιμική ανάπτυξη των οικονομικών δεικτών η σχετική σταθεροποιήση των πιο ισχυρών οικονομιών είναι ένδειξη συνέχισης της καπιταλιστικής κρίσης και όχι έναρξης μια νέας περίοδου ανάπτυξης και ανάκαμψης της οικονομίας.

Υπό αυτό το πρίσμα η πολιτική συγκυρία σε διεθνές επίπεδο χαρακτηρίζεται τόσο από την συνέχιση της επίθεσης σε βάρος των εργαζόμενων λαϊκών τάξεων στο εσωτερικό των χωρών, όσο και από την όξυνση των ανταγωνισμών μεταξύ των ιμπεριαλιστικών κέντρων σε διεθνές πεδίο. Μάλιστα το ενδεχόμενο πιο κεντρικών πολεμικών συρράξων είναι στοιχείο της περιόδου εφόσον δεν προκύψει πολιτική συμφωνία ανάμεσα στις ισχυρές ιμπεριαλιστικές δυνάμεις γύρω από τις εστίες έντασεις που δημιουργούνται κυρίαρχα στη Μέση Ανατολή. Η συνεχής αμφισβήτηση της ηγεμονίας του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού στην ιμπεριαλιστική αλυσίδα από τον άξονα Κίνα-Ρωσία-Ιράν δημιουργεί νέες συμμαχίες, ανακατατάξεις και αναφλέξεις στο εσωτερικό της. Απέναντι σε αυτήν την τακτική όπως έχει αναφερθεί και σε υπόλοιπες αποφάσεις ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός επιλέγει να στραφεί σε μια πιο επιθετική πολιτική διαχείρισης της κρίσης τόσο στο εσωτερικό του όσο και στο εξωτερικό με την περιοχή της Μ. Ανατολής να βρίσκεται στο επίκεντρο. Τα τελευταία γεγονότα στη Συρία, με βασικό σύμμαχο το Ισραήλ και την ισχύ του ΝΑΤΟ, αποτελούν σαφή ένδειξη όξυνσης της σύγκρουσης με τον αντίπαλο ιμπεριαλιστικό πόλο αποδεικνύοντας ακριβώς το παραπάνω. Η φαινομενική «σταθεροποίηση» δεν θα μείνει ακλόνητη το επόμενο χρονικό διάστημα, αλλά θα καθοριστεί από τις ευρύτερες εξελίξεις στη γύρω περιοχή. Οι επερχόμενες εκλογές στην Τουρκία, θα δείξουν το κατά πόσο θα επιτραπεί στον Ερντογάν, να ανακηρυχτεί «σουλτάνος» και να προχωρήσει σε μια όλο και πιο επιθετικής μορφής διαχείριση για να κερδίσει η τουρκική αστική τάξη μια καλύτερη θέση στην αλυσίδα. Σε κάθε περίπτωση το εργατικό και λαϊκό κίνημα με ξεκάθαρο αντιπολεμικό και αντιϊμπεριαλιστικό στίγμα είναι τα μόνα που μπορούν να αποτελέσουν τον αστάθμητο παράγοντα στην περιοχή και να αναδείξουν το μόνο δρόμο που προμηνύει ένα καλύτερο μέλλον για τους εργαζομένους και τις λαϊκές τάξεις στην περιοχή.

2. Η εσωτερική πολιτική συγκυρία συνεχίζει να χαρακτηρίζεται από τη συνεχή υποχώρηση της ελληνικής αστικής τάξης σε επίπεδο διεθνούς ανταγωνισμού αλλά και σε επίπεδο εσωτερικής οικονομίας. Η επιλογή πρόσδεσης στην Ε.Ε και την ΟΝΕ συνεχίζει να αποτελεί βασικό στοιχείο της πολιτικής της (όσο και αν υπάρχουν φωνές που την αμφισβητούν) όπως αποδεικνύουν οι τελευταίες πολιτικές αποφάσεις και επιλογές που πάρθηκαν (μεσοπρόθεσμο-ονομάσια για τη Μακεδονία). Σε κάθε περίπτωση η αποδοχή και στήριξη των κεντρικών κατευθύνσεων και επιλογών της Ε.Ε και του ΝΑΤΟ (βάση ηγεμονίας στο εσωτερικό τους) αποτελούν τη μόνο διέξοδο σε επίπεδο εξωτερικής πολιτικής για την ελληνική αστική τάξη στη δοσμένη πολιτική συγκυρία που συνοδεύεται στο εσωτερικό με την καταστροφική επίθεση στους εργαζομένους και τις λαϊκές τάξεις της χώρας.

3. Σε αυτό το πλαίσιο η ελληνική αστική τάξη συμμετέχει στον ανταγωνισμό των Κεφαλαίων όχι απλά για τα κοιτάσματα και τους αγωγούς Ενέργειας με στόχο την «απεξάρτηση» της ΕΕ από τη Ρωσία και την ενίσχυση της θέσης της, αλλά κυρίως για την επιβολή της δικής της θέσης στην ιμπεριαλιστική αλυσίδα στην λογική της αναβάθμισής της έναντι των υπολοίπων γειτονικών αστικών τάξεων. Το πολιτικό παιχνίδι πέριξ του Μακεδονικού και η προσπάθεια για ενίσχυση του ρόλου της Ελλάδας ως «επιστάτη» στην περιοχή, αναδεικνύει αυτήν την κατεύθυνση από την μεριά του ελληνικού καπιταλισμού. Η συμφωνία για το όνομα ''Βόρεια Μακεδονία'' αποτέλεσε την πολιτική συμφωνία των αστικών τάξεων της περιοχής με τις εντολές και τις οδηγίες της Ε.Ε και του ΝΑΤΟ γεγονός που μεταφράζεται σε ενίσχυση της επίθεσης στους λαούς της περιοχής σύμφωνα με τα συμφέροντα των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων. Μόνος δρόμος με προοπτική συνεπώς, τόσο για το λαό της χώρας όσο και για όλους τους λαούς της περιοχής είναι η αταλάντευτη στράτευσή τους σε μια πολιτική συναδέλφωσης και ειρηνικής συνύπαρξής τους, χωρίς αλλαγές συνόρων και πολεμικές εμπλοκές σε γραμμή σύγκρουσης με τα ιμπεριαλιστικά σχέδια στην περιοχή και με πολιτικό αίτημα την αποχώρηση των φονιάδων των λαών, των ιμπεριαλιστικών μηχανισμών τους και των βάσεών τους από τη χώρα και την περιοχή ευρύτερα.

4. Η προσπάθεια ανάσχεσης των επιπτώσεων της κρίσης για την αστική τάξη στο διεθνή καταμερισμό εργασίας δεν περιορίζεται μόνο στην ανάμιξη της στους ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς. Για την ελληνική αστική τάξη τα μνημόνια δεν ήταν μια επιβεβλημένη από ανώτερες αστικές τάξεις επιλογή, αλλά μια δική της τακτική επιλογή που στόχο είχε την ενίσχυση των εργαλείων εμπέδωσης της αστικής κυριαρχίας στο εσωτερικό και επιθετικότερης μετατόπισης του συσχετισμού δύναμης σε κοινωνικό, οικονομικό και πολιτικό επίπεδο. Παράλληλά, εξασφάλιζε την βαθύτερη εμπλοκή της με τα ανώτερα ιμπεριαλιστικά κέντρα καθώς και με τις ιμπεριαλιστικές ολοκληρώσεις. Αυτό άλλωστε αποδεικνύει η τελευταία συμφωνία που μεταξύ των άλλων αιματηρών μέτρων (φορολόγηση, πλειστηριασμοί, εργασία κ.α) επιβάλλει καθεστώς εποπτείας της χώρας μέχρι το 2060 σε δημοσιονομικό, οικονομικό και πολιτικό επίπεδο.

5. Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ παρά τους όποιους κλειδωνισμούς ειδικά μετά και τη συμφωνία στο Μακεδονικό (αποχωρήσεις μελών των ΑΝΕΛ, διαγραφή βουλευτών) συνεχίζει να αποτελεί τον εγγυητή και τον κεντρικό πολιτικό εκπρόσωπο της αστικής πολιτικής στην Ελλάδα για αυτό και συνεχίζει να έχει τη στήριξη από σημαντικές μερίδες της αστικής τάξης όπως αναφέρθηκε και στις αποφάσεις προηγούμενων Ολομελειών μας. Η σχετική σταθεροποιήση στο κομμάτι υλοποίησης και εφαρμογής της αναδιάρθρωσης και ιδιαίτερα κρίσιμων-σκληρών διατάξεων και νομοσχεδίων (ηλεκτρονικοί πλειστηριασμοί, Συνδικαλιστικός νόμος, 3η αξιολόγηση, κλπ), καθώς η διαμόρφωση του συνολικού κλίματος κινηματικής νηνεμίας φέρουν σε μεγάλο βαθμό την υπογραφή του ΣΥΡΙΖΑ για αυτό ο βαθμός που παίρνει από την εγχώρια αστική τάξη και τους ''εταίρους'' συνεχίζει να είναι καλός. Η στήριξη του είναι εμφανής τόσο σε εγχώριο όσο και διεθνές επίπεδο.

6. Το κλείσιμο της 4ηςαξιολόγησης τον Ιούνιο και η υπογραφή του μεσοπρόθεσμου έφεραν την ψήφιση και εφαρμογή των υπόλοιπων αιματηρών προαπαιτούμενων με βασικό μοχλό πίεσης το ελληνικό χρέος που συνεχίζει να μην είναι βιώσιμο. Η ρητορεία για το πέρασμα στη φάση της ''καθαρής εξόδου από τα μνηνόνια'' συνοδεύεται με τη γνωστή καραμέλα της ''εξόδου στις αγορές" και της "ανάπτυξης'' σκιαγραφώντας το νέο success story της κυβέρνησης που προφανώς στα πλαίσια της καπιταλιστικής κρίσης και της ειδικής θέσης του ελληνικού καπιταλισμού εντός της Ε.Ε και στο διεθνή ανταγωνισμό έχει γνωστή εξέλιξη: τη συνεχή επίθεση στα λαϊκά στρώματα, την αντιδραστικοποίηση των εργασιακών σχέσεων, την πλήρη κατάργηση των εργασιακών και συνδικαλιστικών δικαιωμάτων αλλά και της ασφάλισης. Στο στόχαστρο των τραπεζών και της αστικής τάξης και των εταίρων βρίσκεται ακόμα και η λαϊκή περιουσία και κατοικία για τον παραδειγματισμό και την πλήρη υποταγή των λαϊκών τάξεων. Σε κάθε περίπτωση η πολιτική σταθεροποίηση στο εσωτερικό της χώρας από άποψη προώθησης μέτρων και εφαρμογής των συμφωνίων είναι κεντρικός στόχος για την ελληνική αστική τάξη για αυτό όλα τα αστικά κόμματα είτε ως εφεδρείες είτε ως κεντρικός πυλώνας της σχηματιζόμενης κυβέρνησης (Νεα Δημοκρατία) δίνουν τις εγγυήσεις τους ενόψει και εκλογών (βουλευτικών, δημοτικών και περιφερειακών) τόσο σε επίπεδο εσωτερικής πολιτικής (μεσοπρόθεσμο) όσο και εξωτερικής. Σε αυτό ακριβώς το κλίμα η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, προσπαθεί να διατηρήσει τη μέγιστη στήριξη της ελληνικής αστικής τάξης αλλά και των διεθνών ιμπεριαλιστικών μηχανισμών στο πρόσωπο της ενώ στο εσωτερικό του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού προσπαθεί να τροποποιήσει σημαντικά υπέρ της τον συσχετισμό δύναμης. Χαρακτηριστικό παράδειγμα σε αυτήν την προσπάθεια αποτέλεσε και η πανεθνική μέρα δράσης στις 30/5, η διαμόρφωση της ''Κοινωνικής Συμμαχίας'' και η επιτυχία κλεισίματος των συμφωνιών. Από την άλλη οι παραδοσιακοί εκφραστές της αστικής πολιτικής στην Ελλαδά αξιοποιούν τη συμφωνία για το Μακεδονικό κάνοντας δεξιά ''αντιπολίτευση'' πατώντας πάνω σε εθνικιστικές αντιλήψεις που έχουν βγει στο προσκήνιο και προμοτάρονται από τον αστικό τύπο και τα μέσα.

7. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι σε αυτή την περίοδο Κρίσης για την κερδοφορία του Κεφαλαίου και αμφισβήτησης του ελληνικού καπιταλισμού, όλα τα αστικά κόμματα επιχειρούν να στοιχίσουν τους εργαζόμενους πίσω από την «εθνική» προσπάθεια και την «εθνική» ομοψυχία, που σημαίνει αδιαμαρτύρητη από το λαϊκό παράγοντα συμμετοχή της Ελλάδας στους ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς και αδιαμαρτύρητο σκύψιμο των εργαζομένων στην «εθνική» υπόθεση του Τουρισμού και των εξαγωγών. Αυτό είναι το πραγματικό νόημα και η πραγματική στόχευση της «πανεθνικής μέρα δράσης» και της «κοινωνικής συμμαχίας» που στην πραγματικότητα αποτελεί τη μαύρη συμμαχία του Κεφαλαίου με τα «κλασσικά» ιστορικά του στηρίγματα, την εξαγορασμένη ηγεσία των συνδικάτων και τους μεγαλομαγαζάτορες. Η «κοινωνική συμμαχία» σε συνδυασμό με το νέο συνδικαλιστικό νόμο, έρχεται ως μια κίνηση μετατροπής του εργατικού κινήματος και των κυττάρων του, των σωματείων και των συνδικάτων σε εργοδοτικά, στα πρότυπα ενός μοντέλου λειτουργίας των ισχυρών οικονομιών (συγκεκριμένα της Γερμανίας). Εκεί τα συνδικάτα είναι υπεύθυνα για την παροχή κρατικών λειτουργιών (βλ. φορείς κοινωνικής ασφάλισης) και η εγγραφή όλων των εργαζόμενων ανεξαρτήτων κριτηρίων είναι υποχρεωτική, δίνοντας έτσι το δικαίωμα ακόμα και στους εργοδότες να είναι μέλη των σωματείων. Αυτό οδηγεί το εργατικό κίνημα σε αυτές τις χώρες είτε στο να μην υπάρχει και ο συνδικαλισμός να έχει καθαρά εργοδοτικό πρόσημο, είτε να ακολουθεί διαφορετικές μορφές οργάνωσης της πάλης μακριά από τη μαρξιστική-λενινιστική γραμμή και την λογική σύγκρουσης των λαϊκών στρωμάτων με το αστικό συνασπισμό εξουσίας με στόχο την ανατροπή του και τη νίκη των εργαζομένων.

8. Σε κάθε περίπτωση η κατάσταση που βρίσκεται το εργατικό κίνημα και οι εμφανείς αδυναμίες της Αντικαπιταλιστικής Αριστέρας διαμορφώνουν έναν αρνητικό συσχετισμό δύναμης στο εσωτερικό του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού γεγονός που επιτάσσει στις δυνάμεις μας πολύ αναβαθμισμένα καθήκοντα. Έτσι οι δυνάμεις της Επαναστατικής Αντικαπιταλιστικής Αριστεράς καλούνται να δούν την κατάσταση που διαμορφώνεται κατάματα, να την ερμηνεύσουν και να εργαστούν κατάλληλα το επόμενο διάστημα για την επανεμφάνιση και την ταξική ανασυγκρότηση του εργατικού κινήματος και ενίσχυση της Αντικαπιταλιστικής Αριστεράς στην περίοδο. Η 30 Μάη, σε συνδυασμό με τις κινητοποιήσεις ενάντια στο κλείσιμο της ΄Δ αξιολόγησης, αναδεικνύουν από τη μία τις αναιμικές και μειοψηφικές κοινωνικές αντιστάσεις και από την άλλη τις τεράστιες ανεπάρκειες και τα διαφορετικά σχέδια ακόμα και στο εσωτερικό της Αριστεράς. Η γραμμή καταγγελίας της 30/5, της ''Κοινωνικής Συμμαχίας'' και του εργοδοτικού κυβερνητικού συνδικαλισμού (ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ) που συνοδεύτηκε με την τακτική πολιτική επιλογή μη πολιτικής στήριξης της απεργίας των εργαζομένων (ταξικών σωματείων και ομοσπονδιών) από κομμάτια και μερίδες της ΑΝΤΑΡΣΥΑ αποτέλεσε ένα ακόμα αγκάθι στην κατεύθυνση της ταξικής ανασυγκρότησης του εργατικού κινήματος. Ο ρόλος της απλής καταγγελιολογίας και της αποστροφής από τις μαζικές κοινωνικές-κινηματικές διεργασίες για τη δημιουργία ενός ''Κέντρου Αγώνα'' που συμμετέχει ο χώρος της Αντικαπιταλιστικής Αριστεράς με κομμάτια της αναρχίας αποδυναμώνει την Αντικαπιταλιστική Αριστερά και δε συμβάλει στην οργάνωση και πολιτική καθοδήγηση της πάλης των εργαζομένων. Όπως αντίστοιχα δεν συμβάλει η συνεχής τριβή και κριτική στήριξη στον κυβερνητικό και εργοδοτικό συνδικαλισμό. Υπό αυτό πρίσμα η ρήξη και διαχωρισμός με τον εργοδοτικό και κυβερνητικό συνδικαλισμό σε όλα τα επίπεδα (πρωτοβάθμια σωματεία, ομοσπονδίες, εργατικά κέντρα, ΓΣΕΕ) πρέπει να αποτελέσει ενιαία κατεύθυνση όλων των δυνάμεων της ΑΝΤΑΡΣΥΑ το επόμενο διάστημα.

9. Στην κατεύθυνση ανατροπής του υφιστάμενου συχετισμού δύναμης στο εργατικό κίνημα και ευρύτερα απαραίτητη είναι η σύσφιξη των σχέσεων – οργανωτικών και πολιτικών – της Αντικαπιταλιστικής Αριστεράς, της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και της Οργάνωσης με τις λαϊκές τάξεις και ειδικά με τα πιο εκμεταλλευόμενα κομμάτια της εργατικής τάξης. Κομμάτια που αυτά και μόνο μπορούν να αποτελέσουν τον πυρήνα μιας συμμαχίας με στόχο την συγκρότηση ενός συνασπισμού εξουσίας, ανταγωνιστικού προς τον αστικό. Πρόκειται για κομμάτια που δεν εντοπίζονται στους διάφορους κρατικούς μηχανισμούς αλλά αντίθετα στενάζουν κάτω από τις χειρότερες σχέσεις εργασίας στα διάφορα κάτεργα του ιδιωτικού τομέα και των επιχειρηματικών ομίλων της χώρας. Προϋπόθεση οικοδόμησης αυτών των απόλυτα αναγκαίων σχέσεων αποτελεί η δουλειά σε επίπεδο βάσης. Η ενίσχυση των ήδη υπάρχοντων ταξικών σωματείων καθώς και η προσπάθεια συγκρότησης μορφών συνδικαλιστικής οργάνωσης και συσπείρωσης των εργαζομένων (εργατικά σχήματα, συσπειρώσεις, επιτροπές αγώνα) σε κλάδους και εργασιακούς χώρους που επικραττεί συνδικαλιστική έρημος, αποτελούν κεντρικούς στόχους της περιόδου. Προκειμένου να καρποφορήσουν τέτοιου είδους προσπάθειες, είναι αναγκαίο στηριχθούν από πλευράς μας τα ήδη υπάρχοντα εργατικά σχήματα και αριστερές συσπείρωσεις και να συμβάλλουν στη δημιουργία νέων μέσα από μια ενιαιομετωπική λογική, δίνοντας ταυτόχρονα την αναγκαία μάχη για την κατάκτηση της αντικαπιταλιστικής/επαναστατικής ηγεμονίας στο εσωτερικό τους.

10. Η ιδεολογική υποταγή μεγάλων κομματιών της πλατιάς πληττόμενης κοινωνικής πλειοψηφίας στη λογική του δεν υπάρχει εναλλακτική και επομένως στην απάθεια και την ενσωμάτωση, πρέπει να αναταχθεί καθώς οφείλεται και στην αδυναμία της Επαναστατικής Αντικαπιταλιστικής Αριστεράς να τονώσει τις αναγκαίες πολιτικές πρακτικές και να διαμορφώσει το αναγκαίο πολιτικό πρόγραμμα ρήξης και ανατροπής που θα αποτελέσει εναλλακτική για τον κόσμο της εργασίας. Αυτό το κλίμα ενισχύουν με τις πολιτικές τους επιλογές και πρακτικές οι δυνάμεις της ρεφορμιστικής Αριστεράς. Από τη μία το ΚΚΕ ενώ συγκεντρώνει σημαντικές δυνάμεις στο εργατικό λαϊκό κίνημα δεν μπορεί να δώσει ουσιαστικές λύσεις, καθώς δεν επιλέγει τη λογική ρήξης και ευθείας σύγκρουσης με τον αστικό συνασπισμό εξουσίας λόγω συσχετισμών, ενισχύοντας έτσι το κλίμα ηττοπάθειας άρα και ενσωμάτωσης στο υφιστάμενο πλαίσιο. Από την άλλη, η ΛΑΕ δεν φαίνεται να συγκροτεί μια ιδιαίτερη δυναμική που να την καθιστά μια μετρήσιμη πολιτική δύναμη στο εργατικό κίνημα, αλλά ίσα-ίσα λειτουργεί πολιτικά επικίνδυνα για τους εργαζόμενους μέσω του ρεφορμιστικού πολιτικού της σχεδίου, αφού επιδιώκει να αποτελέσει το «νέο» επιτυχημένο εγχείρημα ΣΥΡΙΖΑ βλέποντας συμμαχίες με μερίδες του κεφαλαίου και τα BRICS, θέτοντας ως αναγκαίο στόχο και βήμα την παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας και το μεγάλωμα της πίττας για να «φάνε κάτι και οι εργαζόμενοι». Οι τελευταίες αποφάσεις της ΛΑΕ και κινήσεις στο επίπεδο των πολιτικών συμμαχιών (αντισυνθήκη της Λισαβώνας και κείμενο) ξεδιπλώνουν το διαχειριστικό πολιτικό της σχέδιο και λογική.

11. Οι δυνάμεις της Αντικαπιταλιστικής Αριστεράς καλούνται άμεσα να υπερβούν με θετικό τρόπο τις αδυναμίες και ανεπάρκειες που τη διαπερνούν, αναλαμβάνοντας τον ιστορικό ρόλο που τους αναλογεί και αποκτώντας ξανά ένα κοινωνικά και πολιτικά χρήσιμο ρόλο στην έκβαση της ταξικής πάλης. Για να γίνει αυτό απαραίτητα στοιχεία είναι η ενιαιομετωπική δράση στο κίνημα με τη στήριξη των ταξικών σωματείων και των συσπειρώσεων-εργατικών σχημάτων, η πολεμική στο εσωτερικό τους με στόχο την ηγεμονία της αντικαπιταλιστικής κατεύθυνσης, καθώς και η μαζικοποίηση του ίδιου του Αντικαπιταλιστικού Μετώπου-Πόλου και ενοποίηση του σε σωστή πολιτική κατεύθυνση. Στόχος για το επόμενο διάστημα είναι η αναβάθμιση των κοινωνικών και πολιτικών πρακτικών και η ενδυνάμωση ενός πολιτικού ρεύματος με αντικαπιταλιστικά χαρακτηριστικά στην κοινωνία που θα μπορέσει να παίξει καταλυτικό ρόλο στις εξελίξεις. Στο δρόμο της αντικαπιταλιστικής ανατροπής, την ενίσχυση του αγωνιστικού μετώπου ρήξης και ανατροπής και τη διαμόρφωση του ίδιου του πολιτικού υποκειμένου και του αναγκαίου κομμουνιστικού προγράμματος, η συμβολή της ΑΡΙΣ είναι καθοριστική και περνάει μέσα από την ίδια την πολιτική και οργανωτική μας αναβάθμιση σύμφωνα με τα όσα περιγράφτηκαν και στις προηγούμενες κεντρικές μας διαδικασίες.

B. Εκπαιδευτική αναδιάρθρωση, στοχεύσεις στις διάφορες βαθμίδες του εκπαιδευτικού μηχανισμού.

12. Όπως αναλύθηκε παραπάνω, η συνεχής υποχώρηση του ελληνικού καπιταλισμού, σε συνδυασμό με τις πιέσεις που άσκησε η παγκόσμια οικονομική κρίση και η αδυναμία του κεφαλαίου να βρει το νέο εκείνο τεχνολογικό-παραγωγικό υπόδειγμα προκειμένου να ξεπεράσει την κρίση του, έχει οδηγήσει στην αντιδραστικοποίηση των σχέσεων παραγωγής. Το κεφάλαιο δεν μπορεί, συνεπώς, παρά να εναρμονίσει τη σφαίρα της αναπαραγωγής με τις αναδιαρθρώσεις στην παραγωγή. Κύρια στόχευση της εκπαίδευσης είναι να αναπαράξει τους φορείς που προορίζονται για τις θέσεις που παράγει και αναπαράγει ο κοινωνικός καταμερισμός εργασίας. Πέρα όμως από την κατανομή των ροών στην παραγωγή, βασική όψη του εκπαιδευτικού μηχανισμού είναι και η διαμόρφωση κοινωνικών ρόλων και όχι απλώς η απόδοση τεχνικών δεξιοτήτων. Η λειτουργία του εκπαιδευτικού μηχανισμού είναι διττή: κατανεμητική και ιδεολογική. Σημειώνεται πάντως ότι, το κεφάλαιο μη μπορώντας να πραγματοποιήσει τεκτονικές αλλαγές στον τρόπο με τον οποίο υπάρχει η νεολαία στον εκπαιδευτικό μηχανισμό, με την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ να προσπαθεί απλά να ανακατευθύνει κάποιες όψεις του, καλλιεργεί στην νεολαία τις αυταπάτες γύρω από την σκληρά ατομική μικροαστική ανέλιξη με σκοπό την κοινωνική ενσωμάτωση.

13. Με βάση τα παραπάνω, ο αστικός συνασπισμός εξουσίας επιδιώκει στην παρούσα συγκυρία να αναδιαμορφώσει το προηγούμενο μοντέλο αναπαραγωγής, που απαντούσε σε έναν πρότερο συσχετισμό δύναμης και μια συγκυρία που εγγυόταν σε έναν βαθμό μια μικροαστική ανέλιξη και έναν ενιαίο τρόπο ένταξης στην εργασία (μέσα από την ενιαία απονομή επαγγελματικών δικαιωμάτων) στους αποφοίτους. Η κατανομή των προς ένταξη φορέων θα πρέπει σήμερα να συμβαδίζει με την αντιδραστική μετάλλαξη των εργασιακών σχέσεων στα χρόνια των μνημονίων: άρση των συλλογικών κατοχυρώσεων που της εξασφάλιζαν τα ενιαία πτυχία και εγκλωβισμός της στην προοπτική του φθηνού, ανακυκλώσιμου δυναμικού. Ιδεολογικά, το νέο μοντέλο του εντατικοποιημένου-πειθαρχημένου φοιτητή, αλλά και μαθητή, που θα γίνεται πιο «ανταγωνιστικός» κυνηγώντας βαθμούς και προσόντα για το ατομικό του βιογραφικό, είναι απαραίτητο για την περαιτέρω μετάλλαξη των εργασιακών σχέσεων και για την παγίωση των νέων μορφών ελαστικής απασχόλησης.

14. Οι κατευθύνσεις της αναδιάρθρωσης εφαρμόζονται έντονα στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, μια και αποτελεί την βαθμίδα που εισάγει τους πρώτους κατανεμητικούς και ιδεολογικούς διαχωρισμούς μεταξύ των μαθητών, τόσο με την διάκριση ανάμεσα σε Γενικά και Επαγγελματικά Λύκεια όσο και θέτοντας φίλτρα για τη μετάβασή τους στις μετέπειτα βαθμίδες (μεταδευτεροβάθμια, τριτοβάθμια). Βασικοί άξονες είναι: α) η συγκρότηση ήδη από το σχολείο του Ατομικού Φακέλου Προσόντων, μέσω ατομικών διαδρομών και προγραμμάτων σπουδών και ευελιξίας, με την επιλογή μαθημάτων και την πραγματοποίηση διπλωματικών εργασιών, β) η εντατικοποίηση, μέσα από τη δημιουργία ενός ασφυκτικού πλαισίου που προωθεί τον ανταγωνισμό και το «αέναο κυνήγι» των βαθμών, και η περαιτέρω πειθάρχηση. Έτσι, αυξάνονται οι ώρες μαθημάτων, όμως τα διδασκόμενα μαθήματα μειώνονται (έως και 10), εξυπηρετώντας και τη μείωση των θέσεων των εκπαιδευτικών. Η κατεύθυνση αυτή πάει χέρι-χέρι με την πολυσυζητημένη αξιολόγηση τόσο των εκπαιδευτικών όσο και των σχολικών μονάδων, που αποτελεί πάγια θέση του ΟΟΣΑ (και που η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ θεσμοθέτησε πλέον μέσα από το πρόσφατο νομοσχέδιο για την αξιολόγηση των εκπαιδευτικών) και που αποσκοπεί σε συγχωνεύσεις σχολείων και απολύσεις εκπαιδευτικών. Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και η πίεση από πλευράς του ΟΟΣΑ για τη διοικητική και οικονομική αυτονόμηση της σχολικής μονάδας.

15. Ιδιαίτερη σημασία έχει και η προώθηση ήδη από το στάδιο της δευτεροβάθμιας του θεσμού της μαθητείας, στα πλαίσια του «Εθνικού Στρατηγικού Πλαισίου για την Αναβάθμιση της Επαγγελματικής Εκπαίδευσης και της Κατάρτισης και της Μαθητείας» και του σχεδίου για την «καταπολέμηση» της ανεργίας μέσα από τις σχολές του ΟΑΕΔ. Εξειδικεύεται στη θέσπιση του 4ου προαιρετικού έτους μαθητείας στα ΕΠΑΛ, το οποίο ωστόσο απευθύνεται και σε απόφοιτους ΓΕΛ. Περιλαμβάνει εργασία σε συνεργαζόμενους ιδιωτικούς ή δημόσιους φορείς, η οποία επιχορηγείται από ΕΣΠΑ, ως πρακτική συμπλήρωση των μαθημάτων που διεξάγονται στις σχολικές αίθουσες και τα εργαστήρια. Ωστόσο, δεν αναγνωρίζεται ως κανονική εργασία, αλλά χρησιμοποιείται ως μοχλός εκμετάλλευσης του εργατικού δυναμικού που θα στελεχώσει τις κατώτερες θέσεις στην παραγωγή, το οποίο υποχρεώνεται μέσα από την κατάρτισή του να προσφέρει φθηνή εργασία που αμείβεται λιγότερο από τον κατώτατο, προετοιμάζοντάς το έτσι για τις συνθήκες εργασιακού μεσαίωνα που θα αντιμετωπίσει αργότερα. Παράλληλα, με αυτόν τον τρόπο η κυβέρνηση συνδέει την επαγγελματική εκπαίδευση με την αγορά εργασίας, στην οποία διοχετεύει φθηνό εργατικό δυναμικό.

16. Τα παραπάνω εντάσσονται στις προσπάθειες για τη σκληρότερη σχηματοποίηση του ενδιάμεσου χώρου που βρίσκεται ανάμεσα στις καθιερωμένες βαθμίδες της δευτεροβάθμιας και τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Η μεταδευτεροβάθμια εκπαίδευση, στην οποία συναντώνται κομμάτια χαμηλότερων προσδοκιών, φαίνεται πως αντιστοιχεί σε πλήθος δομών (ΙΕΚ, ΣΕΚ, ΕΠΑΣ του ΟΑΕΔ), φανερώνοντας και την έλλειψη στην Ελλάδα ενός συγκροτημένου, στιβαρού και αξιόπιστου θεσμού που να καλύπτει αυτό το χώρο. Η στρατηγικού τύπου επιδίωξη για την εναλλαγή των ποσοστών αποφοίτων μεταξύ τριτοβάθμιας και μεταδευτεροβάθμιας εκπαίδευσης από 70%-30% στην Ελλάδα σε 30%-70% κατά τα ευρωπαϊκά πρότυπα "σκοντάφτει" σε αυτή τη δυσκολία. Το Υπουργείο προσπαθεί να ξεπεράσει αυτή τη δυσκολία ενισχύοντας τη μεταδευτεροβάθμια, πέρα από το μεταλυκειακό έτος μαθητείας, και με τη συμπερίληψη λειτουργιών της από τον λεγόμενο "Ενιαίο Χώρο Ανώτατης Εκπαίδευσης", όπως με την ίδρυση διετών προγραμμάτων επανακατάρτισης στο εσωτερικό των ΑΕΙ. Άλλωστε, η ίδια η συνολική λειτουργία του Ενιαίου Χώρου θα αποσκοπεί στην διαμόρφωση αποφοίτων πολλών ταχυτήτων με ρευστά πτυχία και ατομικό φάκελο προσόντων που θα καταλαμβάνουν διαφορετικές θέσεις στην παραγωγική ιεραρχία ανάλογα με το βαθμό κατάρτισής τους.

17. Στο ζήτημα της εξισορρόπησης εισροών- εκροών, που ως τώρα γινόταν προσπάθεια να επιλυθεί με αλλαγές στον τρόπο εισαγωγής στην τριτοβάθμια, οι εξαγγελίες του Υπουργείου είναι κάθε φορά διαφορετικές, ακόμα και αντιφατικές μεταξύ τους. Φαίνεται πως οι κατευθύνσεις αμφιταλαντεύονται: από τη μια η ανάγκη για βαθιές τομές, που θα δημιουργήσουν ένα άλλο μοντέλο εκπαίδευσης, δευτεροβάθμιας και τριτοβάθμιας, με εντελώς διαφορετικούς όρους όσον αφορά τη μαζικότητα κάθε βαθμίδας, τον τρόπο εισαγωγής κλπ, κάτι που ωστόσο είναι δύσκολο αυτή τη στιγμή λόγω έλλειψης των δομών που θα το υποστηρίξουν αλλά και των όρων στην παραγωγή. Κατεύθυνση που δεν αποτελεί κεντρική επιλογή του κεφαλαίου στην Ελλάδα καθώς συγκρούεται με την ονείρωξη και την αυταπάτη της δυνατότητας της μικροαστικής ανελιξη. Από την άλλη στον αναγκαίο από τις συνθήκες περιορισμό σε πιο υλοποιήσιμες μικρότερες κινήσεις διαχείρισης με βάση τις συνθήκες της κρίσης, ρίχνοντας το βάρος κυρίως στην κατανομή μέσω της τριτοβάθμιας και του Ενιαίου Χώρου, ακόμα και μετά από αυτόν. Υπάρχει βέβαια ένα πολύ μικρό ποσοστό της νεολαίας, συνήθως από τα πιο ταξικά της κομμάτια και ειδικά στα ΕΠΑΛ, που εγκαταλείπει την εκπαιδευτική διαδικασία ήδη από τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, όχι μόνο για οικονομικούς λόγους αλλά κυρίαρχα διότι βλέπουν πως η παραμονή τους στον εκπαιδευτικό μηχανισμό και η συνέχιση στις επόμενες βαθμίδες δεν εξυπηρετεί την επαγγελματική τους ανέλιξη.

18. Στο φάσμα της Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης, η αναδιάρθρωση προχωρά αξιοποιώντας την κεκτημένη ταχύτητα που έχει λάβει, αφενός χάρη στη σταδιακή εμπέδωση του πνεύματος που εγκαινίασε ο Νόμος Διαμαντοπούλου σύμφωνα πάντα με τις υποδείξεις ΟΟΣΑ-ΕΕ-Bologna και την εντεινόμενη αντιδραστικοποίηση του συσχετισμού δύναμης εντός των ΑΕΙ-ΤΕΙ (που τροφοδοτείται φυσικά και από τον κεντρικό συσχετισμό στην Ελλάδα της κρίσης και των απρόσκοπτων μνημονιακών πολιτικών)· αφετέρου, εξαιτίας της αδυναμίας της Επαναστατικής Αριστεράς να κυοφορήσει μια γραμμή μαζών μέσα στους φοιτητικούς συλλόγους, η οποία θα συγκρούεται συνολικά και ανυποχώρητα με τη στρατηγική του αστικού συνασπισμού εξουσίας στην εκπαίδευση και θα συγκροτεί δυναμικές για την ανατροπή της. Όλο αυτό το σκηνικό αποτελεί και τον «βατήρα» απ' όπου τα νομοσχέδια του Γαβρόγλου εφορμούν για να παγιώσουν και να εμβαθύνουν την ευθυγράμμιση της φοιτητιώσας νεολαίας, ιδεολογικά και κατανεμητικά, με την ελαστική εργασία και τη συρρικνωμένη υλική πραγματικότητα που περιγράφει η αντιδραστικοποίηση του κοινωνικού καταμερισμού εργασίας. Όσο η νεολαία δεν απαντάει στις αναδιαρθρωτικές τομές, θα συμφιλιώνεται με την αναδιάρθρωση και κατ' επέκταση με την προοπτική της μόνιμης μνημονιακής πραγματικότητας.

19. Η αναδιαρθρωτική πολιτική για την εκπαίδευση ενέχει βέβαια τις αντιφάσεις της. Αυτές έχουν να κάνουν με την εύρεση των αναγκαίων όρων για την εφαρμογή κάθε βήματός της τόσο ανάμεσα στους φοιτητές όσο και ανάμεσα στα συντεχνιακά συμφέροντα του καθηγητικού στρώματος το οποίο την υλοποιεί. Έχουν επίσης να κάνουν με την διαρκή επανεξέταση των αποτελεσμάτων που φέρνει η αναδιάρθρωση στην ευθυγράμμιση εκπαίδευσης-παραγωγής. Άλλωστε, αποτελεί πολιτική επιλογή του ΣΥΡΙΖΑ προκειμένου να περάσει όσο πιο αναίμακτα γίνεται τις αναδιαρθρώσεις να μην τις φέρνει μέσω συνολικών νομοσχεδίων τα οποία θα περιγράφουν ριζικές αλλαγές, αλλά τμηματικά μέσω επιμέρους νομοσχεδίων, εντάσσοντάς τες πολλές φορές μέσα τροπολογίες άσχετες με αυτά (πχ Παιδαγωγική επάρκεια μέσα στο νομοσχέδιο για τις Δομές στην εκπαίδευση). Έτσι, το νομοθετικό εγχείρημα του Γαβρόγλου υλοποιείται ως μια συνέχεια συμπληρωματικών-διορθωτικών νομοσχεδίων (4485, νομοσχέδιο για ίδρυση ΠΔΑ) που δεν έχει ολοκληρωθεί. Ωστόσο, προβάλλει ήδη η συνεκτική κατεύθυνση όλων των εν εξελίξει νομοσχεδίων, η οποία συνάδει πιστά με τις αστικές στοχεύσεις: Αναδιάρθρωση του χάρτη της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης με στόχο τη διαμόρφωση πολλών τμημάτων με διαφορετικούς κύκλους σπουδών ανά γνωστικό αντικείμενο και κατ' επέκταση πολυκατακερματισμός των αποφοίτων μέσα από τη ρευστοποίηση των επαγγελματικών δικαιωμάτων. Κίνηση που πάει πλάι-πλάι με την πορεία διάλυσης των πτυχίων ως μορφής ενιαίας και συλλογικής κατοχύρωσης επαγγελματικών δικαιωμάτων της φοιτητιώσας νεολαίας, μετατρέποντάς τα σε ατομικούς φακέλους προσόντων, εναρμονίζοντάς τους κατ' αυτό τον τρόπο με τις αντιδραστικοποιημένες σχέσεις παραγωγής και την διάλυση των συλλογικών κατοχυρώσεων στα χρόνια των μνημονίων. Σπρώχνονται έτσι στην επανακατάρτιση και τον κοινωνικό κανιβαλισμό ως μόνη λύση επιβίωσης. Η μέθοδος με την οποία Υπουργείο και καθηγητικό στρώμα περνούν αυτές τις αναδιαρθρώσεις δεν είναι ενιαία, αλλά παρουσιάζει διαφορετικές αιχμές και δεσπόζουσες ανά ίδρυμα, σχολή και τμήμα, ωστόσο παρουσιάζεται σαν κύρια αναδιαρθρωτική κατεύθυνση στην τριτοβάθμια.

20. Οι συγχωνεύσεις ΑΕΙ και ΤΕΙ αποτελούν μια από τις επιθετικότερες αιχμές της εκπαιδευτικής αναδιάρθρωσης αυτή τη στιγμή (βλέπε ίδρυση Πανεπιστημίου Δυτικής Αττικής, σχέδια για Πανεπιστήμιο Ιονίου, σχέδιο Ευρίπου για ΕΚΠΑ κλπ), οι οποίες έρχονται να εξυπηρετήσουν το βασικό της στόχο, που αναλύθηκε στην παραπάνω παράγραφο. Για να εκπληρωθεί αυτός, δεν χρειάζεται πλέον η διάκριση των ιδρυμάτων σε πανεπιστήμια και ΤΕΙ, η οποία ανταποκρινόταν σε ένα πρότερο παραγωγικό μοντέλο με αυστηρότερη στεγανοποίηση μεταξύ των θέσεων που καταλάμβαναν οι απόφοιτοι των μεν και των δε στον κοινωνικό καταμερισμό εργασίας. Η νεολαία πρέπει σήμερα να συμπιεστεί μαζικά προς τα κάτω και η κατανομή της αυτή να νομιμοποιείται μέσω του κατακερματισμού των αποφοίτων, του ατομικού φακέλου προσόντων και των διαφορετικών βαθμών κατάρτισης που θα πιστοποιούνται μέσω αυτού. Έτσι, οι πρώην διακριτές βαθμίδες ανά γνωστικό αντικείμενο (π.χ. τμήματα μηχανικών στα ΤΕΙ και τμήματα μηχανικών στα Πολυτεχνεία) μετατρέπονται τώρα σε «ισοδύναμα τμήματα πανεπιστημίων», με τους φοιτητές τους να ανταγωνίζονται για τις ίδιες θέσεις εργασίας, αλλά αυτό να κρίνεται από το ποιός καταφέρνει να μένει ζωντανός στον συνεχή ανταγωνισμό των επανακαταρτίσεων. Αυτό αποδεικνύεται εξάλλου από την συνύπαρξη τίτλων σπουδών με διαφορετική αξιολόγηση στο Ευρωπαϊκό Πλαίσιο Προσόντων που αφορά το ακαδημαϊκό επίπεδο και έρχεται σε μια κατεύθυνση ενίσχυσης του διαχωρισμού των αποφοίτων τσακίζοντας τα εργασιακά τους δικαιώματα (5ετείς επιπέδου 7, 4ετείς επιπέδου 6, 2ετείς επιπέδου 5).

21. Συμπληρωματικά, η συγκρότηση διετών προγραμμάτων σπουδών στα πλαίσια του Ενιαίου Χώρου που είτε θα εκπονούνται από ένα τμήμα είτε διατμηματικά αφορούν, όπως έγινε ξεκάθαρο με το σχέδιο Ευρίπου του ΕΚΠΑ, όχι μόνο τις δομές της μεταδευτεροβάθμιας και τους σπουδαστές των ΕΠΑΛ, αλλά και τμήματα που υπάγονταν σε ΤΕΙ. Τέλος, δεν πρέπει να παραλείπεται η εκτίμηση ότι τα νεόκοπα-διευρυμένα Πανεπιστήμια που θα προέρχονται από τις συγχωνεύσεις, αποτελώντας πρότυπα του Ενιαίου Χώρου και έχοντας συγκροτηθεί εξαρχής ως αναδιαρθρωμένα, θα λειτουργούν ως λαγοί για την επίσπευση αντίστοιχων αναδιαρθρώσεων (π.χ. διάσπαση πτυχίων και κατακερματισμός επ. δικαιωμάτων) στα υπόλοιπα ιδρύματα μέσω και των θετικότερων αξιολογήσεων που θα αποκομίζουν.

22. Το βασικό πτυχίο, το οποίο αποκτιέται με την ολοκλήρωση του προπτυχιακού κύκλου σπουδών, στοιχίζει όλα τα επαγγελματικά δικαιώματα εντός του και εξάγει ενιαία τους αποφοίτους στην αγορά εργασίας, δεν μπορεί να μείνει αλώβητο. Η κατεύθυνση αυτή της αναδιάρθρωσης έχει ήδη ξεκινήσει από χρόνια, συναντώντας επιμέρους αντιστάσεις από το φοιτητικό σώμα. Στην παρούσα συγκυρία ξεδιπλώνεται μέσα από τις προσπάθειες Υπουργείου, καθηγητών και επιστημονικών-επαγγελματικών φορέων να επιτεθούν στο βασικό πτυχίο και να αφαιρέσουν τα ενιαία επαγγελματικά δικαιώματα που μέχρι τώρα φέρουν από κοινού όλοι οι κάτοχοί του, βάζοντάς τα σε μετέπειτα στάδια-φίλτρα. Ενδεικτικά παραδείγματα αποτελούν φέτος τα εξής: Α) Η ψήφιση του πρόσφατης τροπολογίας από μεριάς κυβέρνησης που αφορά την παιδαγωγική επάρκεια. Πιο συγκεκριμένα, μετά από αναδιαρθρωτικές κινήσεις που αφορούσαν το ζήτημα της επάρκειας, όπως η διάσπαση του ΦΠΨ, με τη νέα τροπολογία του Γαβρόγλου, το Υπουργείο δίνει τη δυνατότητα στα τμήματα να αποστερήσουν τον ενιαίο τρόπο κατοχύρωσης της από μεριάς αποφοίτων, είτε μέσα από τη συγκρότηση παράλληλου προγράμματος σπουδών είτε μέσα από ροή στο βασικό κύκλο σπουδών. Στο ίδιο νομοσχέδιο ανοίγει το δρόμο για την επανακατάρτιση και αξιολόγηση των αδιόριστων εκπαιδευτικών, απομακρύνοντας ακόμη περισσότερο την προοπτική των μόνιμων και μαζικών διορισμών. Β) Η τομή που επιχειρείται να γίνει με τα επαγγελματικά δικαιώματα των Μηχανικών-αποφοίτων Πολυτεχνικών Σχολών. Παρά την τυπική «αναβάθμιση» του 5ετούς υποχρεωτικού προπτυχιακού κύκλου τους σε αντάξιο του master, μέσω του ΤΕΕ (αντί του Υπ.Παιδείας), δρομολογείται, -χωρίς αυτό να έχει επιτευχθεί μέχρι τώρα- η εκ των υστέρων αχρήστευση του πτυχίου και η διάσπαση των δικαιωμάτων του σε κλάσεις, τις οποίες οι απόφοιτοι Μηχανικοί θα πρέπει να κατακτούν βαθμιδωτά, κατόπιν προϋπηρεσίας και αξιολογήσεων από το ΤΕΕ, αν θέλουν να φτάσουν σε πλήρη επαγγελματικά δικαιώματα, οδηγώντας στον πλήρη κατακερματισμό των αποφοίτων και στη συμπίεση τους προς τα κάτω. Γ) Η επίθεση στα ενιαία επαγγελματικά δικαιώματα των πτυχίων μετέρχεται πλήθος μορφών, αναλόγως του συσχετισμού στις σχολές και των κατανεμητικών ιδιαιτεροτήτων στους εργασιακούς κλάδους για τους οποίους αυτές προορίζουν τους φοιτητές. Ενδεικτική περίπτωση συνιστά και η πρόσφατη πρόταση για την περαιτέρω διάσπαση των τμημάτων του ΓΠΑ από 6 σε 14 και κινήσεις σε μια ακόμη σειρά σχολών, όπως οι Θεατρικές, με την εξίσωση πανεπιστημιακών πτυχίων-πτυχίων ιδιωτικών σχολών κλπ.

23. Σαν συνέχεια της απαξίωσης του βασικού πτυχίου, έρχεται η προσπάθεια αναβάθμισης των Προγραμμάτων Μεταπτυχιακών Σπουδών (Π.Μ.Σ.) από τον πρώτο ακόμη Νόμο Γαβρόγλου, ως απαραίτητων επιπλέον σταδίων που, πέραν της εξειδίκευσης, θα ξεκλειδώνουν επαγγελματικά δικαιώματα τα οποία προηγουμένως πιστοποιούσε η ολοκλήρωση του προπτυχιακού κύκλου. Στην πλειοψηφία των σχολών διεξήχθη μέσα στη χρονιά, με την επίβλεψη των Συγκλήτων, η διαδικασία επανίδρυσης των μεταπτυχιακών προς αυτή την κατεύθυνση. Τα δίδακτρα που πολλά από αυτά δρομολογήθηκε να έχουν βάσει του νόμου, πατούν ακριβώς πάνω στη μαζική συρροή της νεολαίας σε αυτά, ως ευκαιρία για αυτοχρηματοδότηση των ιδρυμάτων. Ωστόσο, γραμμές της Αριστεράς (και εντός ΕΑΑΚ) που τοποθετούν εκεί την βασική αιχμή της πάλης τους καταλήγουν να ενσωματώνονται σε ελιγμούς του αστικού μπλοκ (π.χ. κριτήρια για δωρεάν φοίτηση στους φτωχότερους) και να αναγνωρίζουν τα μεταπτυχιακά ως «ουδέτερα φορτία επιπλέον γνώσης-μόρφωσης», παραγνωρίζοντας τη διάκριση μεταξύ μόρφωσης/ παιδείας/ εκπαίδευσης, ειδικά της εκπαίδευσης στον καπιταλισμό που ως ΙΜΚ αναπαράγει τις κυρίαρχες σχέσεις εξουσίας και η παρεχόμενη γνώση υποτάσσεται σε αυτό το σκοπό. Αδυνατούν έτσι να αντιληφθούν ότι μια πραγματικά αντιαναδιαρθρωτική πρόταση απαιτεί την ίδια την αμφισβήτηση των μεταπτυχιακών ως μονόδρομου για τη νεολαία, με το αίτημα να στοιχίζονται όλα τα επαγγελματικά δικαιώματα στο βασικό πτυχίο και να αποτελεί αυτό μοναδική προϋπόθεση για δουλειά.

24. Στην ίδια λογική, αναβαθμίζεται και ο ρόλος της Διά Βίου Μάθησης και Επανακατάρτισης, με την ίδρυση των Κέντρων Επιμόρφωσης και Διά Βίου Μάθησης (Κ.Ε.ΔΙ.ΒΙ.Μ.). Οι εν λόγω δομές, που παρέχουν σεμινάρια επί πληρωμή και απαξιώνουν έμμεσα την επάρκεια του βασικού πτυχίου, ιδρύονται κατόπιν μετατροπής των Δομών Διά Βίου του ν. Διαμαντοπούλου, η απήχηση των οποίων φαίνεται από τη ραγδαία αύξηση των εκπονούμενων προγραμμάτων από το '11 και μετά. Συνδέονται και με τα προγράμματα διαχείρισης της ανεργίας. Μέχρι στιγμής, η επανίδρυσή τους έγινε μόνο στο ΕΚΠΑ και στο Γεωπονικό Αθήνας, ωστόσο το έργο των Δομών συνεχίστηκε καθ' όλη την ακαδημαϊκή χρονιά.

25. Η ευθυγράμμιση του υπό ένταξη δυναμικού με τις ελαστικές-επισφαλείς εργασιακές συνθήκες της μνημονιακής αγοράς μεθοδεύεται συχνά και με έναν πιο άμεσο τρόπο από τα δικαιώματα που κατοχυρώνουν οι τίτλοι σπουδών: μέσω της μαθητείας-απλήρωτης ή κακοπληρωμένης πρακτικής άσκησης στη διάρκεια των σπουδών, η οποία, πέρα από την τριτοβάθμια, αποκτά με τον δεύτερο νόμο Γαβρόγλου βαρύνουσα σημασία και στην δευτεροβάθμια και στην μεταδευτεροβάθμια εκπαίδευση, βλ. σύσταση του Εθνικού Συντονιστικού Οργάνου Μαθητείας. Στην παρούσα συγκυρία, η επέκταση της ανεπαρκώς (με ΕΣΠΑ συνήθως) ή καθόλου αμειβόμενης παροχής υπηρεσιών από τον πρακτικάριο φοιτητή, με το πρόσχημα της «απόκτησης εμπειρίας», εξυπηρετεί καίρια την εμπέδωση της ελαστασφάλειας από τον ίδιο. Συμπληρωματικά, συνδέει τα πανεπιστήμια-ΤΕΙ-ΙΕΚ κλπ με τις ανάγκες των τοπικών επιχειρήσεων, προσφέροντάς τους ευκαιρία για φθηνά/δωρεάν εργατικά χέρια, γεγονός που εντείνει την ανεργία του ήδη απόφοιτου (υποψήφιου ή εργαζόμενου) προσωπικού, ειδικά αν λαμβάνει χώρα εναλλαγή πρακτικάριων. Παραδείγματα της εν λόγω κατάστασης δίνουν τόσο ο 60ετής θεσμός της άσκησης των Δικηγόρων, παρόλο που αυτός γίνεται μετά το πτυχίο, και οι νεοεισαγόμενες πρακτικές σε σειρά σχολών (π.χ. Φιλολογικό ΑΠΘ), όσο και η επιχειρούμενη ένα προηγούμενο διάστημα μείωση της χρηματοδότησης στις πρακτικές των Πολυτεχνείων.

26. Ως πιο δευτερεύουσα όψη των αστικών πολιτικών στην τριτοβάθμια, συνεχίζεται η υποχρηματοδότηση των ιδρυμάτων. Αυτή εξηγείται αφενός στο πλαίσιο του δημοσιονομικού κόφτη, που δηλώνει την επιδίωξη του κράτους για την αποδέσμευση από την χρηματοδότηση των ιδρυμάτων είτε μέσω της εύρεσης πόρων εκτός κρατικού προϋπολογισμού είτε μέσω της μετακύλισης μεριδίου κόστους των σπουδών στις πλάτες των φοιτητών (π.χ. δίδακτρα στα μεταπτυχιακά + απλήρωτη εργασία των μεταπτυχιακών φοιτητών στο παν/μιο, κίνδυνος για το κόψιμο των δωρεάν συγγραμμάτων). Το αίτημα για δημόσια και δωρεάν εκπαίδευση είναι, συνεπώς, ανάγκη να περιφρουρηθεί, και για να μην ανοίξει ο ασκός του Αιόλου για τη γενίκευση των διδάκτρων. Αφετέρου, η υποχρηματοδότηση δεν παύει να λειτουργεί ως μοχλός πίεσης για την εφαρμογή της αναδιάρθρωσης, π.χ. για να συμμορφωθούν τα ιδρύματα με τις ευρωπαϊκές αξιολογήσεις (που συνεπάγονται χρηματοδοτήσεις ΕΣΠΑ). Εδώ ωστόσο πρέπει να τονιστεί πως το κράτος, ως συλλογικός κεφαλαιοκράτης, μολονότι υποχωρεί εν μέρει από το οικονομικό σκέλος, δεν παραιτείται από τον ουσιαστικό έλεγχο της εκπαίδευσης, συμπεριλαμβανομένης της διείσδυσης του ιδιωτικού παράγοντα. Έτσι, η Σύγκλητος και οι Κοσμητείες διατηρούν τον κεντρικό ρόλο, εναρμονιζόμενες με τις κατευθύνσεις του Υπουργείου. Γραμμές της Αριστεράς, οικονομίστικα κυρίως ρεύματα, που βλέπουν την εκπαίδευση ως πεδίο κερδοφορίας για το κεφάλαιο, και επομένως ερμηνεύουν την κάθε ιδιωτική χρηματοδότηση (π.χ. ιδιωτικά κονδύλια για τον ΕΛΚΕ) ως άνευ όρων εισβολή του κεφαλαίου στο πανεπιστήμιο, για την αξιοποίηση της έρευνας και την άντληση υπεραξίας από τους φοιτητές, αφενός παραγνωρίζουν τον ρόλο της εκπαίδευσης, ως μηχανισμού με τον οποίο το κράτος ρυθμίζει την αναπαραγωγή του εργατικού δυναμικού με βάση τα συλλογικά κεφαλαιοκρατικά συμφέροντα (άρα δεν τίθεται ζήτημα συστηματικής εκμετάλλευσης των φοιτητών από τα συμφέροντα των ατομικών κεφαλαιοκρατών). Αφετέρου, δεν αντιλαμβάνονται πως την έρευνα σε έναν καπιταλιστικό κοινωνικό σχηματισμό ούτως ή άλλως την καρπώνεται το κεφάλαιο στη σφαίρα της παραγωγής· επομένως, ακόμη και η μερική αξιοποίηση πανεπιστημιακών ερευνητικών προγραμμάτων και εξοπλισμού από κεφάλαια, δεν συνιστά ρεαλιστική και πραγματικά μάχιμη αιχμή εναντίωσης για το φοιτητικό κίνημα· αντιθέτως, καθίσταται εύκολα ενσωματώσιμη.

27. Τέλος, η αναδιάρθρωση συμβάλλει στην περαιτέρω υπονόμευση του φοιτητικού συνδικαλισμού και των ριζοσπαστικών πρακτικών εντός του. Ο τρόπος λοιπόν με τον οποίο τα τελευταία νομοσχέδια πατούν σε έναν ήδη διαμορφωμένο συσχετισμό, κλειδώνοντάς τον, και με τη σειρά τους στρώνουν το δρόμο για τις επόμενες ακόμα πιο αντιδραστικές τομές, φαίνεται στο χτύπημα του φοιτητικού συνδικαλισμού και των κεκτημένων του. Ο τρόπος με τον οποίο θα υφίσταται ο φοιτητικός συνδικαλισμός αποτελεί ακόμα και κριτήριο των αξιολογήσεων (αν υπάρχουν αφίσες, τραπεζάκια κλπ), κάτι που είναι πολύ λογικό στα πλαίσια διαμόρφωσης μιας νεολαίας που θα αποδέχεται τις ελαστικές σχέσεις εργασίας και τις άθλιες συνθήκες ζωής, χωρίς να σηκώνει κεφάλι. Ο περιορισμός της δύναμης του φοιτητικού συνδικαλισμού περνά και μέσα από το χτύπημα στο Άσυλο. Η επιθετική κίνηση της προηγούμενης κυβέρνησης με τη νομοθετική κατάργηση του Ασύλου συνάντησε ορισμένες αντιστάσεις, ανάλογες με τη δυναμική του φοιτητικού κινήματος στην τότε δεδομένη συγκυρία. Από την άλλη, αποτέλεσε μια σοβαρότατη αμφισβήτηση του θεσμού που πήρε και υλικά χαρακτηριστικά (συχνή είσοδος της αστυνομίας στα Πανεπιστήμια), αφήνοντας συγκεκριμένες παρακαταθήκες. Ο Γαβρόγλου αξιοποιεί αυτές τις παρακαταθήκες, σε συνδυασμό με την κατάσταση στην οποία βρίσκονται οι σύλλογοι και οι συλλογικές διαδικασίες, σε μια συγκυρία που, ελλείψει και των κινηματικών αναπαραστάσεων το Άσυλο δε σημαίνει όσα σήμαινε για το φοιτητικό σώμα, για να φέρει μια τυπική επαναφορά του ασύλου, όμως με τέτοιους όρους που καμία σχέση δεν έχει με το άσυλο αγώνων που είχε κατακτήσει το νεολαιίστικο και το λαϊκό κίνημα, καμία προστασία δεν παρέχει στους αγώνες τους.

28. Οι αναδιαρθρωτικές αυτές κινήσεις δεν πρέπει να προσεγγίζονται ως μονόπλευρα χτυπήματα από πλευράς Υπουργείου, αλλά πρέπει να ιδώνονται πάντα υπό το πρίσμα του συσχετισμού δύναμης που διαμορφώνουν, α) οι τάσεις των ρευμάτων στο εσωτερικό της φοιτητιώσας νεολαίας αλλά και β) οι κοινωνικές εκπροσωπήσεις που συγκροτούν με τα πολιτικά τους σχέδια οι οργανωμένοι πολιτικοί φορείς μέσα στα πανεπιστήμια, σε σχέση με το Άσυλο και το μοντέλο φοιτητικού συνδικαλισμού. Η κυβερνητική ατζέντα για το άσυλο αξιοποιεί το δεδομένο συσχετισμό δύναμης και την απουσία του παράγοντα του κινήματος και έρχεται να συμπληρώσει το συνολικό σχεδιασμό του κράτους για την διάλυση των μορφών οργάνωσης και συλλογικοποίησης των φοιτητών. Το σχέδιο του κράτους γύρω από το άσυλο, μπορεί πέρα από τα νομοθετικά εργαλεία 1)να επιστρατεύει το παρακράτος εκμεταλλευόμενο τις χαμηλές κινηματικές αντιστάσεις (βλ. κατάληψη του Κάτω Πολυτεχνείου και αποτυχία της επαναστατικής αριστεράς για ανακατάληψη του χώρου και διασφάλιση του) και 2)να προωθείται μέσα από τους εκφραστές της αστικής στρατηγικής στο Πανεπιστήμιο, όπως είναι η ΔΑΠ (βλ. διάσπαση του Συλλόγου Φοιτητών Νομικής ΕΚΠΑ, ψηφίσματα για είσοδο της αστυνομίας στο Πανεπιστήμιο, πολιτικές παρεμβάσεις στους Συλλόγους). Τη φετινή χρονιά, το χτύπημα στο Άσυλο έλαβε πιο επιθετικές διαστάσεις, κάτι το οποίο θα συνεχίζεται όσο δεν επανεμφανίζεται στο προσκήνιο ένα δυνατό φοιτητικό κίνημα που θα μπορεί να απαντήσει, στη συνολική επίθεση της συγκυρίας. Αντικειμενικά, τα όρια της επαναστατικής αριστεράς στο να βάλει φρένο στην κατάργηση του ασύλου είναι περιορισμένα, όσο δεν μπορεί να στοιχίσει γύρω της τις μάζες.

29. Άλλη όψη της επίθεσης στο φοιτητικό συνδικαλισμό είναι οι προβλέψεις του νόμου για τη Συνδιοίκηση. Η αστική πολιτική επιδιώκει αφενός τη συρρίκνωση και αποδυνάμωση του φοιτητικού συνδικαλισμού· αφετέρου κινείται προς την ενσωμάτωση αυτού του ευνουχισμένου συνδικαλισμού σε άλλα μονοπάτια, μακριά από τις μαζικές διαδικασίες βάσης του, από τις ρηξιακές πρακτικές και τα πολιτικά του χαρακτηριστικά. Γι' αυτό προτάσσει το γνωστό «τυράκι» της συνδιοίκησης, περιγράφοντας ένα μοντέλο εκπροσώπησής των συμφερόντων των φοιτητών μαζί με αυτά των καθηγητών, μέσα από τα όργανα διοίκησης, δηλαδή όργανα του κράτους, με αντιπροσώπους οι οποίοι μάλιστα θα εκλέγονται μέσα από ενιαίο ψηφοδέλτιο, όχι με πολιτικά κριτήρια, και που ο πραγματικός τους ρόλος θα είναι η νομιμοποίηση στα φοιτητικά αμφιθέατρα των αποφάσεων των οργάνων για την υλοποίηση της αναδιάρθρωσης. Όλα αυτά αμφισβητούν τον τρόπο ύπαρξης και δράσης της Επαναστατικής Αριστεράς αλλά και των ίδιων των συλλόγων και αφήνουν στα σχήματα το χρέος να αναμετρηθούν με τις κινήσεις αυτές, σε μια συγκυρία που το κλίμα ήττας έχει τόσο επηρεάσει ακόμα και τους χώρους της Αριστεράς, ώστε να εγκαταλείπουν ζητήματα όπως το Άσυλο, να συζητούν και να προτείνουν συμμετοχή στα όργανα διοίκησης και να προσπαθούν ήδη να προσαρμόσουν την ύπαρξή τους στο αύριο που ο αστισμός περιγράφει για το φοιτητικό συνδικαλισμό.

Γ. Φοιτητικός Συνδικαλισμός και ρεύματα της νεολαίας

30. Η απουσία ενός συνολικού πολιτικού σχεδίου της επαναστατικής αριστεράς και η υποχώρηση των λαϊκών αγώνων για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, αποτυπώνεται και στους Φοιτητικούς Συλλόγους, όπου αυτή παραδοσιακά παρενέβαινε προνομιακά, με την πλάστιγγα να λυγίζει προς τη μεριά του κεφαλαίου. Η κατάσταση που διαμορφώνεται στον φοιτητικό συνδικαλισμό, χαρακτηρίζεται από την απομαζικοποίηση των συλλογικών διαδικασιών και την αποσυγκρότηση παλιότερων συνδικαλιστικών πρακτικών, σε μία συγκυρία που ο Νόμος Γαβρόγλου και τα συμπληρωματικά νομοθετήματά του, μεταφέρουν αυξημένα καθήκοντα στις πλάτες της δικής μας αριστεράς.Πρέπει να αντιληφθούμε πως η εποχή των αυθόρμητων ριζοσπαστικών ρευμάτων από τα οποία τα σχήματα τροφοδοτούνταν και τα οποία αυτά εγκόλπωναν, καθώς και των πολιτικών δυνάμεων με τα μαζικά κοινωνικά μπλοκ έχει παρέλθει. Από την άλλη, τα ρεύματα της νεολαίας διαμορφώνονται πάνω σε 3 επίπεδα : α) πάνω στο τσάκισμα της προοπτικής της νεολαίας και στην υλικότητα της κρίσης η οποία την καταδικάζει στις ελαστικές σχέσεις εργασίας στην εξατομίκευση και στον ανταγωνισμό, β) η κρίση πολιτικής εκπροσώπησης και η απουσία ενός πολιτικού οράματος που θα βγαλει την νεολαία από την κρίση και γ) ο συσχετισμός δύναμης που διαμορφώνεται στον εκάστοτε κοινωνικό χώρο και η έκβαση της αναδιάρθρωσης που διαμορφώνει νέους όρους ύπαρξης και καθημερινότητας στον φοιτητή. Έτσι, ένας σύγχρονος φοιτητής υπό το βάρος της πίεσης που δέχεται για την ενίσχυση του βιογραφικού του και την ανάγκη προσφυγής στην πρόσκαιρη εργασία για την κάλυψη των αναγκών του, καταλήγει να αποστασιοποιείται από οτιδήποτε μπορεί να τον αποσπάσει από την γρήγορη λήψη του πτυχίου του. Σημαντικό ρόλο στην ενίσχυση αυτής της κατεύθυνσης παίζει και ο ιδεολογικός μηχανισμός της οικογένειας και η πίεση που ασκεί. Αποτέλεσμα της κατάστασης αυτής, είναι ο φοιτητής να αντιμετωπίζει το Πανεπιστήμιο, όχι ως τον τελευταίο σταθμό πριν την έξοδο του στην αγορά εργασίας, αλλά ως εκείνη την ενδιάμεση βαθμίδα από την οποία θα πάρει εισιτήριο για τους μετέπειτα κύκλους σπουδών και κατάρτισης του.

31. Όλα αυτά τα ιδεολογήματα τα οποία περιγράφηκαν παραπάνω και τα οποία βρίσκουν έρεισμα στα φοιτητικά αμφιθέατρα, οδηγούν τη φοιτητιώσα νεολαία στον επιστημονισμό και τον καριερισμό, ως απάντηση στα αδιέξοδα της. Δημιουργείται, έτσι, η εντύπωση πως μέσω της συνεχούς προόδου σε επίπεδο επιδόσεων και γνώσεων, ο καλύτερος θα καταφέρει να ξεχωρίσει και να εξαιρεθεί από τον κανόνα που έχει να λέει ότι θα δουλεύει σε δουλειές του ποδαριού με τις χειρότερες συνθήκες. Πρακτική απόληξη αυτής της τάσης αποτελούν και οι επιστημονίστικες ομάδες, οι οποίες εμφανίζονται όλο και πιο συχνά στο εσωτερικό των σχολών (βλ. Ιστ.-Αρχ. ΑΠΘ, Χημικό ΑΠΘ, Χημ/Μηχ ΕΜΠ) και οι οποίες υπό το πρόσχημα του ενδιαφέροντος για το αντικείμενο έρχονται συχνά σε ζύμωση και συνδιαλλαγή με το καθηγητικό σώμα. Τέτοιες ομάδες, καταλήγουν να δρουν αντιπαραθετικά με τη δουλειά των σχημάτων όχι μόνο επειδή αναπαράγουν τον μύθο γύρω από τον καθηγητή-αυθεντία, και πως η στενότερη σχέση με το καθηγητικό στρώμα είναι η μόνη που μπορεί να εξασφαλίσει την δυνατότητα για μια καλύτερη προοπτική στα πλαίσια της μικροαστικής ανέλιξης. Είναι αυτό λοιπόν το πλαίσιο στο οποίο έρχονται να συγκρουστούν με τις συλλογικές διεκδικήσεις και διαδικασιες αποτελώντας ένα διαφορετικό πεδίο κοινωνικοποιησης εγκλωβισμένο στα όρια της πλήρους εξατομίκευσης. Αυτή η κατάσταση δεν είναι τυχαία, αλλά είναι αποτέλεσμα των προαναφερθέντων παραγόντων από κοινού με το γεγονός ότι η σημερινή νεολαία δεν έχει βιώσει κινηματικές αναπαραστάσεις αντίστοιχες με αυτές προηγούμενων χρόνων, και άρα δεν θεωρεί τις συλλογικές διαδικασίες των συλλόγων ως εκείνο το όπλο με το οποίο θα αντιπαλέψει την προοπτική που της περιγράφεται. Γι' αυτό το λόγο η ενίσχυση τέτοιων ομάδων έρχεται σε συνάρτηση με την απομαζικοποίηση των συλλογικών διαδικασιών, και καταλήγει να ενισχύει την απάθεια του φοιτητικού σώματος.

32. Πέρα από τα ρεύματα των Συλλόγων που πλέον αρχίζουν να στρέφονται με πιο συνειδητό τρόπο στον επιστημονισμό (βλ. επιστημονίστικες ομάδες κλπ.) υπάρχουν και τα κομμάτια αυτά που δεν κατάφεραν να εκφραστούν μέσα από πολιτικούς και συνδικαλιστικούς φορείς και άρα δεν αναμετρήθηκαν με ζητήματα προοπτικής για ένα μεγάλο διάστημα (από το 2015 έως και σήμερα), και ακολουθούν με έναν ημισυνείδητο τρόπο την ίδια κατεύθυνση. Πρόκειται για τα κομμάτια αυτά που αναζητώντας έναν εναλλακτικό τρόπο ύπαρξης στο Πανεπιστήμιο, καταφεύγουν στην έκφραση και δράση μέσα από πολιτιστικές ομάδες, κάτι που ωστόσο υποκρύπτει μια βαθιά αποσύνδεση του ατομικού από το συλλογικό παράγοντα και άρα της προσωπικής-πολιτιστικής έκφρασης από την πολιτική. Το τελευταίο είναι χαρακτηριστικό για τη συγκρότηση αυτών των ρευμάτων σε ένα εξωτερικό επίπεδο από αυτό του Συλλόγου και των διαδικασιών του και την αναζήτηση εναλλακτικών πεδίων λήψης αποφάσεων, εναλλακτικών μέσων πάλης και εν τέλει της απομάκρυνσης από το ίδιο το υποκείμενο των Συλλόγων. Οι συγκεκριμένες ομάδες ακόμα και αν επιλέξουν να ανοίξουν επιμέρους υλικές αιχμές (βλ. κλειδώματα στη ΣΘΕ-ΑΠΘ), δεν τις συνολικοποιούν/πολιτικοποιούν προσπαθώντας να εκφράσουν τα δικά τους επιμέρους συμφέροντα. Η στροφή αυτή αποτελεί μία από τις όψεις της απομάκρυνσης από την πολιτική και της αμφισβήτησης του παραδοσιακού μοντέλου συνδικαλισμού και δεν είναι τυχαίο ότι αναβαθμίστηκε σε μία συγκυρία αποσυγκρότησης όλου του φάσματος των πολιτικών δυνάμεων ως αποτέλεσμα 1)της ενσωμάτωσης που επέφερε στα κοινωνικά μπλοκ η εμπειρία του ΣΥΡΙΖΑ και 2)της απογοήτευσης των κοινωνικών ρευμάτων μετά την κατάρριψη της ψευδαίσθησης που είχαν πως ο ΣΥΡΙΖΑ θα αποτελέσει ένα διαφορετικό διαχειριστή της κρίσης. Η απάθεια δεν εκφράζεται λοιπόν κυρίαρχα μέσα από ένα συγκροτημένο ρεύμα, το οποίο τάσσεται ιδεολογικά κατά των συλλογικών διαδικασιών και των συνδικαλιστικών πρακτικών αλλά μέσα από επιμέρους αντιδραστικά κομμάτια των συλλόγων που συμπαρασύρονται από την ηγεμονία της αστικής στρατηγικής στο Πανεπιστήμιο.

33. Σε μία φάση αντιδραστικοποίησης των ρευμάτων των Συλλόγων, ακόμη και οι πολιτιστικές ομάδες, όπου μέχρι τώρα κάλυπταν το κενό της κοινωνικοποίησης που άνοιγε η αδυναμία συσπείρωσης του Συλλόγου στις Γενικές του Συνελεύσεις, συμπληρώνουν το ρόλο των καθαρά επιστημονίστικων ομάδων στην περιγραφή ενός άλλου δρόμου εκεί όπου τα σχήματα αδυνατούν να τον ορίσουν. Φαίνεται πως εγχειρήματα, όπως είναι πολιτικές πρωτοβουλίες και οι συντονισμοί τους, ξεπηδούν από την αντικειμενική πραγματικότητα της υποχώρησης του κινήματος και της κεντρικής επίθεσης στο βαθμό που η ίδια η ύπαρξη τέτοιων ομάδων είναι ριζικά συνδεδεμένη με μια πρότερη πολιτική συγκυρία (βλ. Φοιτητικά κινήματα και άσυλο) αλλά καταλήγουν να είναι επικίνδυνοι στο βαθμό που αναπτύσσουν βαθιά επιστημονίστικα χαρακτηριστικά και διαπλέκονται ακόμη και με το καθηγητικό στρώμα. Βέβαια, αυτά τα πολιτικά εγχειρήματα φαίνεται πως όσο επικίνδυνα μπορεί να γίνουν για το φοιτητικό κίνημα, άλλο τόσο ευκαιριακά εκφράζονται και άρα μάλλον είναι αδύναμα να αποτελέσουν μια στιβαρή αφήγηση για το "αύριο" του συνδικαλισμού. Εμφανίζονται σε μια κατάσταση κρίσης του συνδικαλισμού και πολύ περισσότερο αποτυπώνουν την αποστροφή από την πολιτική παρά περιγράφουν μια άλλη κατεύθυνση και στροφή για αυτόν.

34. Ο τρόπος με τον οποίο οι καθεστωτικές παρατάξεις (βλ ΔΑΠ) επιδιώκουν να στοιχίσουν μπλοκ είναι διττός, ωστόσο παρά τη διαφορετική του τακτική έκφραση, σε όλες τις περιπτώσεις βλέπει ως στρατηγικό στόχο και αφετηρία την απονέκρωση των συλλογικών διαδικασιών. Από τη μία λοιπόν, υπάρχουν τα ρεύματα εκείνα της ΔΑΠ τα οποία επέλεξαν ένα προηγούμενο διάστημα, μαζί με όλη την κίνηση των ρευμάτων της νεολαίας γύρω από το συνδικαλισμό, να ακολουθήσουν τα αντιδραστικά ιδεολογήματα κομματιών της νεολαίας για διάλυση των παρατάξεων και ευρύτερα των πολιτικών χώρων στις σχολές, σε μία προσπάθεια υλοποίησης μιας πιο καθαρά νεοφιλελεύθερης κατεύθυνσης και να στοιχίσουν γύρω τους τα πιο αντιδραστικά-επιστημονίστικα μπλοκ των Συλλόγων. Παράλληλα, υπάρχουν τα κομμάτια εκείνα στο εσωτερικό της ΝΔ τα οποία εκφράζουν την κεντρική γραμμή Μητσοτάκη γύρω από την εκπαίδευση και αποτελούν και τον κυρίαρχο πόλο στο εσωτερικό της. Πρόκειται για αυτούς οι οποίοι επιδιώκουν να στοιχίσουν πιο πολιτικά μπλοκ αναβαθμίζοντας τον πολιτικό τους λόγο και με αυτόν τον τρόπο να στρέψουν τα κοινωνικά ρεύματα δεξιότερα, καλύπτοντας το κενό πολιτικής εκπροσώπησης του προηγούμενου διαστήματος. Η γραμμή αυτή συνδέεται άμεσα με την προσπάθεια της ΔΑΠ να αποτελέσει τον πόλο της κεντρικής αντιπολίτευσης στα Πανεπιστήμια, σε μια περίοδο όπου οι εθνικές εκλογές πλησιάζουν και η ΝΔ επιδιώκει να αναδειχθεί σε κυβέρνηση. Φαίνεται και μετά τα αποτελέσματα των φοιτητικών εκλογών, ότι μετά από μια περίοδο αντιπαραθέσεων στο εσωτερικό της και γενικής αποσυγκρότησης, η ΔΑΠ βρίσκεται σε μια διαδικασία επανεκκίνησης, γεγονός που σχετίζεται τόσο με τις προσπάθειες επιβολής στο εσωτερικό και την κατεύθυνση για εσωτερική συγκρότηση, όσο και με την συνολική προσπάθεια της ΝΔ για απέυθυνση στο ευρύτερο τόξο της δεξιάς, μέσα από πρόσφατες κινήσεις όπως είναι τα εθνικιστικά συλλαλητήρια (βλ. και υπεράσπιση ακροδεξιών στοιχείων στα ψηφοδέλτια της). Η τάση ανασυγκρότησης της ΔΑΠ σε ένα δυσμενή για το κίνημα συσχετισμό της δίνει το πλεονέκτημα της πολιτικής στροφής στο βαθμό που αυτή βρίσκει απεύθυνση στα χαμηλά πολιτικά έως και συχνά αντιδραστικά αντανακλαστικά των Συλλόγων. Τα πολιτικά βήματα που κάνει και θα κάνει το επόμενο διάστημα αποτυπώνονται στις επιθετικές πρακτικές της γύρω από το άσυλο (βλ. προηγούμενη παράγραφο) και αναβαθμίζουν τα καθήκοντα μας απέναντι στην αστική στρατηγική και τους εκφραστές της.

35. Η στροφή κοινωνικών ρευμάτων σε αντιδραστική κατεύθυνση τροφοδότησε το προηγούμενο διάστημα και ανεξάρτητα δεξιά σχήματα, τα οποία αποτύπωσαν με τη δημιουργία τους ανοδικές καταγραφές, λόγω του ότι κατάφεραν να εγκολπώσουν ένα κομμάτι του επιστημονισμού στις σχολές. Η ανάδειξη τους εντάσσεται στο διάστημα κρίσης του παραδοσιακού συνδικαλισμού και περιγραφής ενός μεταβατικού συνδικαλιστικού τόξου, στο οποίο εντάσσονται και οι επιστημονίστικες ομάδες. Σε πρώτη βάση, τα εγχειρήματα αυτά όπως αναφέρθηκε και προηγουμένως δεν φαίνονται συνολικά ικανά να αποτελέσουν ένα συγκροτημένο πόλο στο εσωτερικό των Συλλόγων λόγω α) της αδυναμίας περιγραφής μιας άλλης προοπτικής και β) της αδυναμίας συσπείρωσης συνολικά των επιστιμονίστικων ρευμάτων απέναντι στη ΔΑΠ. Σε δεύτερη βάση, φαίνεται πως η ΠΑΣΠ βρίσκεται σε μια φάση ανασυγκρότησης, γεγονός που προκύπτει από τα αποτελέσματα των φοιτητικών εκλογών και εκκινεί α) από την επάνοδο του Κινήματος Αλλαγής στο κεντρικό πολιτικό σκηνικό και β) από την προσπάθεια της να καλύψει τον έως τώρα κενό χώρο του ρεύματος της σοσιαλδημοκρατίας στους Συλλόγους.

36. Παρά το γεγονός πως οι φετινές φοιτητικές εκλογές, φαίνεται να αποτυπώνουν ένα προβάδισμα της αστικής στρατηγικής σε συνδυασμό με την αποσυγκρότηση της αντικαπιταλιστικής αριστεράς, οι δυνάμεις του ΚΚΕ κρατούν συγκρατημένα τα ποσοστά τους. Φαίνεται πως η ΠΚΣ κερδίζει λόγω 1) μιας γραμμής άμυνας η οποία όχι μόνο δεν περιγράφει συνολικό σχέδιο ανατροπής (βλ. ν. Γαβρόγλου) και δεν έρχεται σε ρήξη με τα ιδεολογήματα του φοιτητικού σώματος, αλλά πολύ περισσότερο τα αναπαράγει (βλ. τοποθέτηση για άσυλο, πρακτικές και γνώση), 2) της αδυναμίας των ΕΑΑΚ να έρθουν σε ρήξη με αυτή τη γραμμή της ήττας κα της ενσωμάτωσης και να προτάξουν γραμμή αμφισβήτησης, 3) των επιθετικών κινήσεων στο κεντρικό πολιτικό επίπεδο και της δυναμικής του ΚΚΕ στο εργατικό κίνημα (βλ. κινήσεις γύρω από το αντιπολεμικό), 4) της δυνατότητας να πλασάρεται ως η «τίμια» πολιτική δύναμη κυρίαρχα για δύο λόγους: α) τον διαχωρισμό της από το ΣΥΡΙΖΑ και τις αυταπάτες που καλλιέργησε, μέσω της καταδίκης του δημοψηφίσματος και β) την εκμετάλλευση της κατάστασης που επικρατεί στο εσωτερικό των ΕΑΑΚ (βλ. αντιΕΑΑΚ παρέμβαση σε επιμέρους Συλλόγους). Φαίνεται πως η ΠΚΣ, δεν είναι αυτή που θα καταφέρει το επόμενο διάστημα να συγκροτήσει μπλοκ στο εσωτερικό των Συλλόγων και να αποτελέσει τον πυροδότη των κινηματικών διεργασιών, καθώς δεν στοιχίζει τα μπλοκ της πάνω στην αναγκαιότητα της αναμέτρησης με την προοπτική τους.

37. Μέσα στην κατάσταση αποδιάρθρωσης του φοιτητικού συνδικαλισμού, πολλές δυνάμεις της αριστεράς, λόγω της απουσίας ενός νικηφόρου πολιτικού σχεδίου από πλευράς τους, απορρίπτουν το πρότερο μοντέλο συνδικαλισμού μαζί με τα πολιτικά κεκτημένα του κινήματος και τα μέσα πάλης του, γεγονός που καταλήγει αφενός σε εκπτώσεις στους πολιτικούς στόχους, αφετέρου στην αναζήτηση νέων δομών και μορφών συνδικαλισμού. Συγκεκριμένα 1) αμφισβητούνται οι διαδικασίες των Συλλόγων και γίνεται προσπάθεια αντικατάστασης τους από άλλες (βλ. πρωτοβουλίες νΚΑ, ΑΡΔΙΝ) αλλά και επιτροπές έτους (βλ. ΠΚΣ), 2) ιεραρχείται η εκπροσώπηση μέσω των Δ.Σ. (βλ. ΠΚΣ, ΑΡΔΙΝ) και γίνεται στροφή στην πολιτική της ανάθεσης ενός ζητήματος προς επίλυση στην πολιτική δύναμη (βλ. παραστάσεις των ΔΣ σε Κοσμητείες από ΑΡΔΙΝ), 3) συγκροτούνται από τα ίδια τα σχήματα πολιτιστικές ομάδες αλλά και μεταφέρεται το κέντρο βάρους από τις διαδικασίες του Συλλόγου στις συνελεύσεις των πολιτιστικών αυτών ομάδων (βλ. ΑΡΑΝ). Η κίνηση αυτή διαπνέεται από την απομείωση του πολιτικού λόγου και την υποβάθμιση των Γενικών Συνελεύσεων, γεγονός που αποτυπώνεται ακόμη και στο ότι πολιτικοί χώροι με υπερεπαναστατικό λόγο (βλ. νΚΑ, ΠΚΣ) δεν μπαίνουν καν στη διαδικασία να καλέσουν Γενικές Συνελεύσεις. Οι γραμμές-προτάσεις αυτές για την πορεία του φοιτητικού συνδικαλισμού εκκινούν μεν από αφετηρίες παραδοχής του δυσμενή για τη συγκρότηση μαζικών κινήσεων συσχετισμού, καταλήγουν δε στην μη αναμέτρηση με την επανανοηματοδότηση των δομών των φοιτητικών συλλόγων, μετατοπίζονται από τις κυρίαρχες μαζικές τάσεις και καταλήγουν να ενσωματώνονται από αυτές.

Δ. Αποτίμηση των κινηματικών διεργασιών την φετινή χρονιά, ανεπάρκειες και δυνατότητες

38. Είναι γεγονός πως ενώ η αναδιάρθρωση εντός και εκτός του χώρου της εκπαίδευσης προχωράει με ταχείς ρυθμούς χωρίς να συναντάει αντιστάσεις από το ίδιο το φοιτητικό κίνημα, την φετινή χρονιά υπήρξαν κινήσεις και κινηματικές διεργασίες οι οποίες ωστόσο είτε δεν κατάφεραν να συνολικοποιηθούν είτε αποκλιμακώθηκαν χωρίς να μετρήσουν βήματα. Είναι αναγκαίο να αποτιμήσουμε αυτές τις κινήσεις, να δούμε τις αδυναμίες και τις ανεπάρκειες που αυτές είχαν και για ποιους λόγους δεν κατάφεραν να συγκροτήσουν εκείνα τα πολιτικά μπλοκ που θα αντιπαλεύουν την αναδιάρθρωση προκειμένου να βγάλουμε τα αναγκαία πολιτικά συμπεράσματα και να ψηλαφήσουμε τις δυνατότητες που έχουμε από δω και πέρα.

39. Κομβικό στοιχείο στην αποτίμηση της φετινής χρονιάς πρέπει να αποτελεί η στάση μας απέναντι στις συνολικές κεντρικές πολιτικές μάχες όπως ήταν οι απεργίες και οι πλειστηριασμοί. Οι απεργίες που καλέστηκαν μέσα στη χρονιά δεν κατάφεραν να συσπειρώσουν μπλοκ στους φοιτητικούς συλλόγους φανερώνοντας ελείμματα στην πολιτική δουλειά των σχημάτων, που πρέπει να δουλέψουν για την επανανοηματοδότηση της απεργίας ως μέσο πάλης στις συνειδήσεις των φοιτητών. Η επανανοηματοδότηση των συλλογικών διαδικασιών και του φοιτητικού συνδικαλισμού μέσα από τις μάχιμες πολιτικές πρακτικές των σχημάτων είναι ένα αναγκαίο βήμα προκειμένου οι φοιτητές να δουν τον εαυτό τους μέσα σε αυτές και να αντιληφθούν την σημασία της οργανωμένης πάλης τόσο μέσα στους φοιτητικούς τους συλλόγους όσο και μετέπειτα στους χώρους εργασίας τους. Παράλληλα, στο μέτωπο των πλειστηριασμών εντοπίστηκαν σημαντικές αδυναμίες. Στην Αθήνα το γεγονός πως είχαν καρπωθεί το κίνημα ενάντια των πλειστηριασμών της λαϊκής κατοικίας άλλες δυνάμεις (ΕΠΑΜ, ΛΑΕ) με πολύ στρεβλά χαρακτηριστικά δεν επέτρεπε το συντονισμό με αυτές. Στη Θεσσαλονίκη ο συντονισμός ο οποίος δημιουργήθηκε γύρω από τους πλειστηριασμούς είχε πιο σταθερή παρουσία και συνέπεια στα ειρηνοδικεία και παρουσίασε ορισμένες κινηματικές αναπαραστάσεις, ωστόσο η αδυναμία παρέμβασης μετά την εφαρμογή των ηλεκτρονικών πλειστηριασμών είχε ως αποτέλεσμα την αποκλιμάκωση του αγώνα.

40. Το νομοσχέδιο που πέρασε στις αρχές Μάρτη με αφορμή την ίδρυση του Πανεπιστημίου Δυτικής Αττικής (ΠΔΑ), παρά το γεγονός πως μέσα σε αυτό περιγράφονταν αντιδραστικές και ριζικές αναδιαρθρώσεις στο χάρτη της εκπαίδευσης, δεν ανοίχτηκε ως τέτοιο στο εσωτερικό των συλλόγων, με αποτέλεσμα οι αγώνες που έδωσαν οι φοιτητές σε επιμέρους σχολές των ΤΕΙ, μέσω πολύμηνων καταλήψεων και κινητοποιήσεων να παραμείνουν στα στενά όρια των ιδρυμάτων τους και αυτό να αποτελεί το δεύτερο νομοσχέδιο για την εκπαίδευση μέσα σε λίγους μήνες που πέρασε αμαχητί. Το γεγονός πως δεν υπήρξε εκείνη η πολιτική γραμμή ανατροπής του νομοσχεδίου και κινηματικού συντονισμού των συλλόγων που θα κατάφερνε να συγκεράσει τις επιμέρους κινήσεις, ειδικά σε συλλόγους με μαύρους συσχετισμούς, ήταν εν τέλει και ο λόγος για τον οποίο ηγεμόνευσε μια συντεχνιακή γραμμή στις σχολές των ΤΕΙ η οποία μάλιστα έβλεπε την λεγόμενη "ανωτατοποίηση" ως κάτι θετικό, θεωρώντας πως η εξίσωση των πτυχίων ΑΕΙ-ΤΕΙ θα εξυπηρετήσει την μικροαστική τους ανέλιξη. Σε αυτό κυρίαρχη ευθύνη έχουν τα ίδια τα ΕΑΑΚ, καθώς δεν συνέβαλαν στην κλιμάκωση του αγώνα των κινητοποιούμενων κομματιών των ΤΕΙ και των σχημάτων ΕΑΑΚ που παρέμβαιναν σε αυτούς τους κοινωνικούς χώρους. Το γεγονός λοιπόν πως τα ΕΑΑΚ δεν προσπάθησαν καν να απαντήσουν στην "ανωτατοποίηση" των ΤΕΙ πάνω στη δικιά τους γραμμή και πρόταση ήταν και ο λόγος που εν τέλει επικράτησε η ελιτίστικη γραμμή γύρω από αυτό το ζήτημα.

41. Η προσπάθεια αλλαγής του θεσμικού πλαισίου του ΤΕΕ με την αποστοίχιση των επαγγελματικών δικαιωμάτων από το πτυχίο και της απόκτησης τους μέσω εργασιακής εμπειρίας και επανακατάρτισης δημιούργησε κάποιες αντιστάσεις στους φοιτητικούς συλλόγους των πολυτεχνικών σχολών, κυρίως του ΕΜΠ. Η αλλαγή μέχρι στιγμής φαίνεται να έχει μπλοκαριστεί κυρίαρχα όχι λόγω των κινητοποιήσεων που καλούνταν όποτε υπήρχε διοικούσα αλλά από τις ίδιες τις παρατάξεις μέσα στο ΤΕΕ, οι οποίες θέλουν να εξυπηρετήσουν τα δικά τους σκληρά συντεχνιακά συμφέροντα και σε καμία περίπτωση να εκφράσουν την πληττόμενη μάζα των μηχανικών. Ωστόσο, ακόμα και σε αυτό το ζήτημα τα ΕΑΑΚ δεν ακολούθησαν μια ενιαία γραμμή στους φοιτητικούς συλλόγους. Από την μία, ΑΡΑΝ/ΑΡΑΣ έβαζαν ως προμετωπίδα μια συντεχνιακή λογική κλαδικής υπεξαίρεσης των μηχανικών από την επίθεση στη βάση πρότερων κοινωνικών συμβολαίων (βλ. κινητοποιήσεις στο Σπίρτζη), ενώ μέσα στους ίδιους τους συλλόγους έχοντας ενσωματώσει την ηττοπάθεια δεν έβαζαν καν Γενικές Συνελεύσεις τις μέρες που συνεδρίαζε η διοικούσα λέγοντας πως δεν υπάρχουν τα επίδικα και κατέληγαν σε μια λογική αναχωμάτων που μιλούσε απλά για επαγγελματικά δικαιώματα, χωρίς να συνδέουν τις αλλαγές αυτές με την ίδια την εργασιακή προοπτική των μηχανικών. Από την άλλη, η νΚΑ με την ανάλυση που κάνει γύρω από το ζήτημα της μόρφωσης και της ολόπλευρης γνώσης του αντικειμένου κατέληγε σε μια τοποθέτηση «ναι στην επανακατάρτιση, αρκεί να είναι δωρεάν» γεγονός που παραγνωρίζει τον τρόπο που λειτουργεί η εκπαίδευση στον καπιταλισμό και δεν απαντάει με υλικό τρόπο στην ίδια την προοπτική της νεολαίας, για την οποία δεν φταίει η ελλιπής γνώση του αντικειμένου από τους αποφοίτους αλλά η αντιδραστικοποίηση των παραγωγικών σχέσεων. Οι γραμμές αυτές επειδή ακριβώς αδυνατούν να περιγράψουν μια εναλλακτική αφήγηση στους φοιτητές είχαν «κοντά ποδάρια» και δεν κατάφεραν να κλιμακώσουν τον αγώνα. Όσον αφορά την οργάνωση μας, αποτιμάμε θετικά πως στις σχολές που παρεμβαίνουμε με πλειοψηφικούς όρους καταφέραμε να αναδείξουμε το ζήτημα συνδέοντας το με την πάλη για αλλαγή των εργασιακών σχέσεων, χωρίς ωστόσο να καταφέρουμε να ανοίξουμε με τους ίδιους όρους το ζήτημα στις υπόλοιπες σχολές. Παράλληλα, η προώθηση του ψηφίσματος γύρω από τις αλλαγές στο ΤΕΕ,ως ένα εργαλείο παρέμβασης και κινητοποίησης του κόσμου των σχολών, σε πολλές περιπτώσεις λειτούργησε αντιπαραθετικά αντικαθιστώντας τις συλλογικές διεργασίες των Φοιτητικών Συλλόγων. Με βάση και την εμπειρία που έχουμε αποκτήσει από την κοινή μας δράση με το Σωματείο Μισθωτών Τεχνικών πρέπει το επόμενο χρονικό διάστημα, από μια αμυντική στάση μπλοκαρίσματος της διοικούσας επιτροπής, να περάσουμε από κοινού σε επιθετικές διεκδικήσεις όπως μόνιμη και σταθερή δουλειά για όλους, με εργασιακά, ασφαλιστικά και επαγγελματικά δικαιώματα αλλά και την επαναφορά των ΣΣΕ με βάσει τις διεκδικήσεις των Σωματείων.

42. Ένα άλλο κομμάτι των κινήσεων που έγιναν ενάντια στην αναδιάρθρωση αποτελούσαν και οι κινητοποιήσεις των αδιόριστων/αναπληρωτών εκπαιδευτικών πριν από λίγους μήνες. Ως οργάνωση, στην κατεύθυνση συγκρότησης του πανεκπαιδευτικού μετώπου που περιγράφουμε στις αποφάσεις μας πήραμε την επιλογή να ανοίξουμε το εν λόγω ζήτημα εξ αρχής στους συλλόγους μας και να συνδέσουμε το αίτημα των εκπαιδευτικών για μόνιμους και μαζικούς διορισμούς με την συνολική πάλη ενάντια στην εκπαιδευτική αναδιάρθρωση και με το αίτημα για μόνιμη και σταθερή εργασία για όλους. Οι συνεχείς εβδομαδιαίες κινητοποιήσεις έσπασαν σε κάποιο βαθμό την κινηματική νηνεμία της περιόδου με καταλήψεις και συνελεύσεις αγώνα στο Υπουργείο Παιδείας και διαδηλώσεις όπως αυτή στις 30/03, παρουσίασαν όμως και πολλές αδυναμίες. Από την μια, στα σωματεία των εκπαιδευτικών οι αρνητικοί συσχετισμοί καθώς και η ηττοπαθής στάση και επιλογή δυνάμεων όπως του ΚΚΕ να μην στηρίζουν κατευθύνσεις όπου δεν ηγεμόνευε το δικό τους πολιτικό σχέδιο (βλ. δελτία τύπου συνέλευσης αγώνα στο Υπουργείο) είχε ως αποτέλεσμα ο αγώνας να μην κλιμακώνεται και τα σωματεία να συμμετέχουν μόνο στις κινητοποιήσεις - καλεντάρι των πολιτικών δυνάμεων. Από την άλλη, ακόμα και στους ίδιους τους Φοιτητικούς Συλλόγους τα ΕΑΑΚ είτε δεν επέλεξαν καν να ανοίξουν το εν λόγω ζήτημα, είτε απέτυχαν να κλιμακώσουν μια κατάσταση με τις Γενικές Συνελεύσεις να μην βγαίνουν ή να γίνονται όλο και πιο άμαζες ή ακόμα και να χάνονται από άλλες πολιτικές δυνάμεις και ανεξάρτητα πλαίσια με αποτέλεσμα στις κινητοποιήσεις να συμμετέχουν μόνο οι οργανωμένοι και ο κόσμος των σχημάτων. Όλα τα παραπάνω, καθώς και ο χρόνος στον οποίο έγιναν οι κινητοποιήσεις, ακριβώς λίγο πριν κλείσουν οι σχολές και τα σχολεία για τις διακοπές του Πάσχα, οδήγησαν στο να μη δοθεί συνέχεια σε αυτόν τον αγώνα.

43. Ως προς το ζήτημα των πρακτικών ασκήσεων και της μαθητείας, το γεγονός πως δεν είχαμε μια ενιαία γραμμή στο σύνολο της οργάνωσης, με την ευθύνη να βαραίνει το Φοιτητικό συντονιστικό, με τον κάθε πυρήνα να δρα σχετικά αυτόνομα, είχε ως αποτέλεσμα να μην μετρήσουμε τα βήματα και τους στόχους που είχαμε βάλει. Στους Μεταλλειολόγους, εξαιτίας των συσχετισμών και της πολιτικής δουλειάς που είχε γίνει την προηγούμενη χρονιά, καταφέραμε για άλλη μια χρονιά να αποπλέξουμε την πρακτική άσκηση από το θεσμό της μαθητείας και να διεκδικήσουμε τους όρους που έβαζε ο Φοιτητικός Σύλλογος, χωρίς όμως αυτό να γειωθεί στο σύλλογο ως μια υλική νίκη του σχήματος. Αντίστοιχα, σε σχολές όπως Νομική ΑΠΘ, Γεωπονικό Αθήνας, ανοίξαμε το ζήτημα των πρακτικών, χωρίς όμως να υπάρξει κάποια υλική αποκρυστάλλωση, λόγω και των αρνητικών συσχετισμών που υπάρχουν σε αυτές. Τέλος η παρέμβαση στα ΕΠΑΛ και στα ΙΕΚ για το ζήτημα της μαθητείας δεν έχει μετρήσει τα απαραίτητα βήματα (συγκρότηση πυρήνα σε αυτούς τους χώρους) και πρέπει να οργανωθεί καλύτερα το επόμενο διάστημα.

44. Η αφαίρεση της διδακτικής επάρκειας από τις καθηγητικές σχολές αποτέλεσε άλλη μια αιχμή της εκπαιδευτικής αναδιάρθρωσης στην οποία δεν καταφέραμε να αναδιπλώσουμε επαρκώς τη γραμμή και στάση μας στους συλλόγους. Αν και ήμασταν οι μόνοι που ανοίγαμε το ζήτημα συνολικά συνδέοντας τις αλλαγές που επιχειρεί το υπουργείο με την κατάσταση που επικρατεί στο χώρο των εκπαιδευτικών γύρω από το καθεστώς αδιοριστίας και των αξιολογήσεων, δεν μετρήσαμε τα αναγκαία βήματα και δεν συγκροτήσαμε τα μαζικά μπλοκ στους συλλόγους μας, με το αντίστοιχο ψήφισμα που προωθήσαμε να λειτουργεί επίσης αντιπαραθετικά προς αυτή την κατεύθυνση. Επιπλέον, ενώ είχαμε βάλει ως στόχο τις μαζικές παρεμβάσεις στα τμήματα των καθηγητών προκειμένου αυτά να πάρουν απόφαση ενάντια στην απόσπαση της διδακτικής επάρκειας, χρησιμοποιώντας τις αποφάσεις αυτές συνδικαλιστικά, αυτό δεν υλοποιήθηκε από το σύνολο της οργάνωσης.

45. Η μάχη απέναντι στην καθηγητική αυθαιρεσία, αποτελούσε ανέκαθεν άλλο ένα βασικό πεδίο παρέμβασης των σχημάτων, με το οποίο δεν κατάφεραν να αναμετρηθούν στο εσωτερικό των σχολών το τελευταίο χρονικό διάστημα, με σημαντικές όμως διαφοροποιήσεις. Η ΑΡΑΣ αν και άνοιξε στους συλλόγους που παρεμβαίνει με έντονους όρους το ζήτημα της καθηγητικής αυθαιρεσίας (ΣΕΜΦΕ, Μηχανολόγους ΕΜΠ, Παιδαγωγικό Πάτρας), δεν κατάφερε να γειώσει πολιτικά τα ζητήματα στους συλλόγους με αποτέλεσμα όχι μόνο να μην έχει καταφέρει να οξύνει το δίπολο εκπαιδευτή/εκπαιδευόμενου, αλλά να καταλήγει να έχει απέναντι της ακόμα και το ίδιο το φοιτητικό σώμα (Παιδαγωγικό Πάτρας). Η νΚΑ από την άλλη, δεν επιλέγει την ευθεία σύγκρουση με το καθηγητικό μπλοκ είτε λόγω της γραμμής που έχει γύρω από τον εκπαιδευτικό μηχανισμό, στον οποίο δεν αναγνωρίζει τον ιδεολογικό ρόλο που αυτός έχει, είτε λόγω της ελλιπούς παρέμβασης τους στους συλλόγους ακόμα και για ζητήματα που θεωρητικά ιεραρχούν ψηλά (βλ. Σκαλτσούνης και ερευνητικά εργαστήρια στη Φαρμακευτική ΕΚΠΑ). Ακόμα και εμείς, αν και βάζουμε ψηλά στην παρέμβαση μας την πάλη ενάντια στο καθηγητικό μπλοκ, ως τον κύριο εκφραστή της εκπαιδευτικής αναδιάρθρωσης στο εσωτερικό των σχολών, δεν έχουμε καταφέρει να οξύνουμε την αντιπαράθεση και το δίπολο εκπαιδευτή/εκπαιδευόμενου αναδεικνύοντας τις αντιφάσεις του εκπ. μηχανισμού προκειμένου να στοιχίσουμε εκείνα τα μπλοκ που θα αμφισβητούν και θα έρχονται σε ρήξη με τον εκπαιδευτικό μηχανισμό. Τα αντανακλαστικά που είχαμε απέναντι σε τέτοια φαινόμενα δεν ήταν αυτά που θα έπρεπε με αποτέλεσμα πολλές φορές να μην τα ανοίγουμε καν ή με τον τρόπο με τον οποίο τα ανοίγαμε αυτά να μην κατέληγαν σε ένα υλικό αποτέλεσμα.

46. Ένα άλλο στοιχείο αποτίμησης πρέπει να είναι και οι κινήσεις που έγιναν φέτος γύρω από το άσυλο και κατά πόσο καταφέραμε να το διασφαλίσουμε. Το άσυλο αυτή την στιγμή δέχεται μια επίθεση η οποία δεν μεταφράζεται μόνο στην καταπάτηση του από τις δυνάμεις καταστολής αλλά έρχεται παράλληλα με την απονομιμοποίηση του στις συνειδήσεις των φοιτητών και στην κοινωνία τόσο με την συνεχή προπαγάνδα των ΜΜΕ και των καθεστωτικών παρατάξεων γύρω από το πανεπιστήμια-άσυλα ανομίας όσο και από τις παρακρατικές ενέργειες που λαμβάνουν χώρα σε αυτό. Η αδυναμία διασφάλισης της ομαλής διεξαγωγής του τριημέρου του Πολυτεχνείου στο Κάτω Πολυτεχνείο, είναι σημαντική υποχώρηση για την επαναστατική Αριστερά. Σ' αυτή τη βάση πρέπει να ιεραρχηθούν κινήσεις επανοικειοποίησης του ασύλου ως χώρου που συμπυκνώνει ιστορικές παρακαταθήκες για το νεολαιίστικο κίνημα. Το άσυλο δεν είναι κάτι το οποίο κατοχυρώνεται θεσμικά αλλά μόνο μέσα από το φοιτητικό και νεολαιίστικο κίνημα και τους αγώνες του. Στη βάση αυτή, κινητοποιήσεις που αφορούσαν το άσυλο αξιακά καθώς και συντονισμοί γύρω από αυτό (όπως στο ΑΠΘ με πολιτιστικές ομάδες) δεν μπόρεσαν να μετρήσουν βήματα και να συσπειρώσουν τα αναγκαία μπλοκ στους φοιτητικούς συλλόγους. Αντιθέτως, οι κινηματικές διεργασίες που λαμβάνουν χώρα στο εσωτερικό των φοιτητικών συλλόγων και η συσπείρωση μαζικών μπλοκ πάνω σε αυτές, μπορούν να επανανοηματοδοτήσουν το ίδιο το άσυλο. Γι΄αυτό το λόγο, αποτιμάμε θετική και καθοριστικής σημασίας τη συμβολή της οργάνωσης μας στη διασφάλιση και την διεξαγωγή των φοιτητικών εκλογών του ΕΜΠ στο Κάτω Πολυτεχνείο και σε αυτή την κατεύθυνση πρέπει να δούμε τις κινήσεις μας το επόμενο χρονικό διάστημα

47. Η φετινή χρονιά αν και χαρακτηρίστηκε μεταξύ άλλων και από την όξυνση των ιμπεριαλιστικών επεμβάσεων και την απειλή γενικευμένων πολεμικών συρράξεων, τα σχήματα και τα ίδια τα ΕΑΑΚ απέτυχαν στο να συγκροτήσουν εκείνο το αναγκαίο αντιπολεμικό-αντιϊμπεριαλιστικό μέτωπο. Σε κεντρικό επίπεδο αυτό οφείλεται σε μεγάλο βαθμό και στις μεγάλες διαφοροποιήσεις που είχαν μεταξύ τους, οι οποίες δεν επέτρεπαν τον κοινό τους συντονισμό. Από την μια, ΑΡΑΝ και ΑΡΑΣ και ο πολιτικός φορέας στον οποίο ανήκουν (ΛΑΕ) εξαιτίας του ότι επιδιώκουν στα πλαίσια της αστικής διαχείρισης μια πιο ήπια μορφή του καπιταλισμού, κατέληγαν να τάσσονται ξεκάθαρα υπέρ ιμπεριαλιστικών αξόνων (Ρωσία-Ασαντ-Ιράν). Παράλληλα, επειδή ακριβώς αυτές οι δυνάμεις περιγράφουν ένα σχέδιο εθνικής παραγωγικής ανασυγκρότησης, σε ζητήματα όπως το Μακεδονικό και την όξυνση των ελληνοτουρκικών σχέσεων κατέληγαν σε αντιδραστικές και επικίνδυνες τοποθετήσεις επιδιώκοντας ένα πλατύ πατριωτικό συντονισμό στο όνομα της ενότητας της Αριστεράς. Από την άλλη, η νΚΑ είχε υιοθετήσει στα εν λόγω ζητήματα σε μεγάλο βαθμό μια οριακά εθνομηδενιστική τοποθέτηση καταλήγοντας πως "όλοι είναι ίδιοι", "δεν πολεμάμε για κανένα ποτέ και πουθενά", η οποία ωστόσο παραγνωρίζει την σημασία που έχει η υπεράσπιση των συνόρων προκειμένου ο λαός και η εργατική τάξη να αγωνίζονται μέσα από αυτά για την αποτίναξη του καπιταλιστικού ζυγού. Ωστόσο, και εμείς από μεριάς μας, αν και αναγνωρίζαμε την σημασία της παρέμβασης γύρω από αυτά τα ζητήματα πάνω στη δική μας πολιτική γραμμή και πρόταση δεν κάναμε την αναγκαία πολιτική δουλειά και δεν βάλαμε πλάτη προς αυτή την κατεύθυνση και την δημιουργία ενός αντιπολεμικού κλίματος στο εσωτερικό των σχολών.

Ε. Η πολιτική μας πρόταση στους Φοιτητικούς Συλλόγους και το πολιτικό κίνημα νεολαίας.

48. Στην προσπάθεια ψηλάφισης της αναγκαίας πολιτικής γραμμής για το νεολαιίστικο κίνημα, είναι απαραίτητη προϋπόθεση η σύνδεση των αναβαθμισμένων πολιτικών αιτημάτων της συγκυρίας, με τις επιμέρους υλικές διεκδικήσεις στους φοιτητικούς συλλόγους. Τα σχήματα πρέπει να αντιλαμβάνονται την καθημερινή πάλη και παρέμβαση, ως διαλεκτική σύνδεση αυτών των δύο, γιατί αλλιώς κινδυνεύουν να διολισθαίνουν σε γραμμή και πρακτικές, που δεν μπορούν να απαντήσουν στην αναβαθμισμένη πολιτική συγκυρία και να μετρήσουν βήματα και αποτελέσματα (ενεργοποίηση μπλοκ και νίκες). Καταλήγουν έτσι σε μια γενικόλογη κεντρική πολιτική παρέμβαση που δεν μπορεί να αναμετρηθεί με τις υλικές αιχμές και τελικά να στρατεύσει τη νεολαία σε μια καθημερινή πάλη αλλά και σε έναν μακροπρόθεσμο πολιτικό αγώνα.

49. Επομένως , είναι κρίσιμη η περιγραφή ενός πολιτικού σχεδίου και μιας κοινωνικής-πολιτικής συμμαχίας, πάνω στα οποία καλούνται τα σχήματα να στρατεύσουν τη νεολαία. Αυτό δεν μπορεί να γίνει γενικόλογα, αλλά μόνο μέσα από μια μεθοδολογία και έναν τακτικό βηματισμό γύρω από τα επίδικα που αναδεικνύει η συγκυρία και η εκπαιδευτική αναδιάρθρωση. Σε αυτή τη βάση πρέπει να αξιοποιηθεί ο τρόπος με τον οποίο εξειδικεύεται η εργασιακή προοπτική που επιτάσσουν τα μνημόνια στο εσωτερικό των πανεπιστημίων για το φοιτητικό σώμα μέσω α)των κινήσεων της εκπαιδευτικής αναδιάρθρωσης και β)της διαμόρφωσης εκείνου του συρρικνωμένου υλικά καθημερινού περιβάλλοντος που ευθυγραμμίζει τους φοιτητές με τη μνημονιακή πραγματικότητα.

50. Ακολουθώντας το νήμα του νόμου Διαμαντοπούλου, τα νομοσχέδια Γαβρόγλου (από τον 4485, το ΠΔΑ, το πλάνο συγχωνεύσεων για μια σειρά περιφερειακών ιδρυμάτων κ.τ.λ.) αναδεικνύουν ως κεντρικό πυλώνα της αναδιαρθρωτικής κίνησης, την αναπροσαρμογή των τίτλων σπουδών και την προώθηση του ατομικού φακέλου προσόντων. Υπό αυτό το πρίσμα, τα σχήματα καλούνται να αναβαθμίσουν την πάλη για ΕΝΙΑΙΑ - ΑΔΙΑΣΠΑΣΤΑ ΚΑΙ ΙΣΧΥΡΑ ΠΤΥΧΙΑ συνδέοντας την με την πάλη για συλλογική κατοχύρωση των αποφοίτων (επαγγελματικά δικαιώματα ανά σχολή και κλάδο) και την πάλη για εργασιακά δικαιώματα και καλύτερες συνθήκες εργασίας για όλους τους εργαζομένους (συλλογικές συμβάσεις εργασίας). Ο δρόμος ενίσχυσης των πτυχίων μας και της πάλης για την συλλογική κατοχύρωση περνά μέσα από τη συγκρότηση μαζικής κίνησης από πλευράς φοιτητών. Απέναντι στην τάση των τελευταίων χρόνων για μαζικοποίηση των μεταπτυχιακών ως μονόδρομο για τη νεολαία, τη Δια Βίου Μάθηση, τον Ατομικό Φάκελο Προσόντων, τα σχήματα πρέπει να δημιουργούν αντίρροπες κινήσεις με αιτήματα όπως: «ΟΛΑ ΤΑ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΣΤΑ ΠΤΥΧΙΑ» – «ΤΟ ΠΤΥΧΙΟ ΜΟΝΗ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΗ ΓΙΑ ΔΟΥΛΕΙΑ». Μια τέτοια αιτηματολογία πρέπει να συνοδεύεται από αιτήματα για «ΜΟΝΙΜΗ ΚΑΙ ΣΤΑΘΕΡΗ ΔΟΥΛΕΙΑ ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ» - «ΑΥΞΗΣΕΙΣ ΣΤΟΥΣ ΜΙΣΘΟΥΣ ΚΑΙ ΛΙΓΟΤΕΡΗ ΔΟΥΛΕΙΑ» - «ΣΥΛΛΟΓΙΚΕΣ ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ», αναβαθμίζοντας τον πολιτικό στόχο και τελικά το ρόλο που καλείται να παίξει η νεολαία και το φοιτητικό σώμα στις εργατικές διεκδικήσεις και το εργατικό κίνημα της περιόδου.

51. Σε ό,τι αφορά τις συγχωνεύσεις, είναι σημαντική η πάλη των σχημάτων ενάντια στην περιγραφόμενη ρευστοποίηση των επαγγελματικών δικαιωμάτων που επιχειρείται, στη συμπίεση των τίτλων σπουδών και στην αναβάθμιση του ρόλου της επανακατάρτισης και των ευέλικτων δομών. Το μπλοκάρισμα των υφιστάμενων συγχωνεύσεων ιεραρχείται ψηλά, μέσα από την δημιουργία αντίρροπων κινήσεων με τους σπουδαστές των ΤΕΙ. Μια γραμμή σύγκρουσης με την συγκεκριμένη κίνηση επιβάλλει αιτηματολογία με τα εξής : «ΚΑΜΙΑ ΣΥΓΧΩΝΕΥΣΗ – ΚΑΜΙΑ ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΣΧΟΛΗΣ/ΤΜΗΜΑΤΟΣ», «ΜΙΑ ΣΧΟΛΗ ΑΝΑ ΓΝΩΣΤΙΚΟ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ», «ΟΛΑ ΤΑ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΜΕΣΑ ΣΤΑ ΠΤΥΧΙΑ» , «ΚΑΤΩ ΟΙ ΝΟΜΟΙ ΓΑΒΡΟΓΛΟΥ».

52. Από την άλλη, πτυχές που αφορούν και δυσχεραίνουν την καθημερινή υλική πραγματικότητα των σπουδών του φοιτητικού σώματος κρίνονται κατάλληλες για αξιοποίηση στην παρέμβαση των σχημάτων, γιατί και σχετίζονται με τις εργασιακές συνθήκες που αυτό θα αντιμετωπίσει με την ένταξη του στην παραγωγή και διαμορφώνουν ασφυκτικούς όρους πάνω στους οποίους μπορούν να βασιστούν πρωτόλειες αμφισβητήσεις. Πιο συγκεκριμένα, σημαντική υλική αιχμή της συγκυρίας που αποκαλύπτει την σκληρή εργασιακή πραγματικότητα με απτό τρόπο στα μάτια του φοιτητή αποτελούν οι πρακτικές ασκήσεις. Το άνοιγμα του ζητήματος των πρακτικών στο ΕΜΠ από πλευράς μας και η διεκδίκηση των δικών μας όρων για το πώς αυτές θα γίνουν τόσο από την άποψη συσπείρωσης κόσμου όσο και από την άποψη πολιτικής αποτελεσματικότητας πρέπει να αξιοποιηθεί και να γίνει συντονισμένα το επόμενο διάστημα. Η υλική νίκη που πετύχαμε πρόπερσι, πρέπει να αξιοποιηθεί τόσο για τα σχήματα μας στο ΕΜΠ όσο για και μια συνολική εξώστρεφη κίνηση και άνοιγμα μας στα ΤΕΙ, τα ΙΕΚ, τα ΕΠΑΛ και τα ΕΠΑΣ. Βασικός στόχος για εμάς ωστόσο καταρχήν είναι αυτό το ζήτημα να ανοιχθεί από όλα τα σχήματα που παρεμβαίνουμε με ειδικό τρόπο (ειδικά εκεί όπου γίνεται πρακτική, βλ. ΤΕΙ, Γεωπονικό, Γεωλογικό, Ψυχολογικό, ΠΑΠΕΙ) και όχι μόνο στους Συλλόγους που το ζήτημα αυτό αποτελεί κόκκινη γραμμή (Μεταλλειολόγους). Σε επόμενο στάδιο καλούμαστε να περιγράψουμε ένα συγκεκριμένο σχεδιασμό με κινητοποιήσεις στα αρμόδια Υπουργεία και πιο μακροπρόθεσμα κεντρικές συγκεντρώσεις-κινητοποιήσεις για το ζήτημα αυτό σε συντονισμό με Φοιτητικούς Συλλόγους, μαθητές ΕΠΑΛ, εργατικά σχήματα και την ΑΤΤΑCK. Τα αιτήματα που πρέπει να παλεύουμε στις σχολές μας είναι:
• βασικός μισθός με πλήρη εργασιακά και ασφαλιστικά δικαιώματα για όλους τους φοιτητές που κάνουν πρακτική
• κάλυψη όλων των εξόδων μετακίνησης , διαμονής και σίτισης για όλους τους φοιτητές κατά τη διάρκεια εκπόνησης της πρακτικής από τα Ιδρύματα
• πρακτική άσκηση για όλους φοιτητές ενταγμένη στα προγράμματα σπουδών και
• κατάργηση του υποκατώτατου μισθού, του συμφώνου απασχόλησης και του θεσμού της ΜΑΘΗΤΕΙΑΣ.
Σε κάθε περίπτωση η παραπάνω πολιτική αιτηματολογία μπορεί να: α) συσπειρώσει όλους τους φοιτητές, β) τους πολώσει σε μια κατεύθυνση σύγκρουσης με τις υπάρχουσες σχέσεις εργασίας και γ) αποτελέσει συνεκτικό ιστό μιας συνολικής κίνησης σε κομμάτια της νεολαίας εντός και εκτός πανεπιστήμιου στο δρόμο της οικοδόμησης πολιτικού κινήματος που θα συγκρούεται με την κυβέρνηση, την Ε.Ε, τις αντεργατικές μεταρρυθμίσεις και την εργοδοσία αμφισβητώντας στην πράξη το αντιδραστικό μοντέλο παραγωγής και διεκδικώντας συνεχώς καλύτερους όρους για τους εργαζομένους και τη νεολαία.

53. Από την άλλη, η πρακτική άσκηση παρουσιάζεται σε σχολές, έχοντας είτε το ρόλο ενός προγράμματος που θεωρείται υποχρεωτικό για την λήψη του επαγγελματικού δικαιώματος (κάτι επιχειρούμενο στο Ιστ.-Αρχ. ΑΠΘ), είτε υπάρχοντας σαν αναγκαίο στάδιο για να ασκηθεί το επάγγελμα (βλ. άσκηση Δικηγόρων), είτε ως νέο δεδομένο που υπεισέρχεται υπό την πίεση της αξιολόγησης των τμημάτων και λειτουργεί ως ένα επιπλέον επαγγελματικό προσόν (κάτι επιχειρούμενο στο Φιλολογικό ΑΠΘ). Σ' αυτές τις συνθήκες, και βάσει των τελευταίων κινήσεων μας σε συλλόγους, η πολιτική γραμμή που θα τραβήξουν τα σχήματα, έχει να κάνει με τη διασφάλιση ότι αυτή δε θα λειτουργεί ως φίλτρο στην απόκτηση του επαγ. Δικαιώματος. Ακόμα, μια γραμμή κατάργησης, εκείνων των πρακτικών που σαν ανάχωμα και σαν προσόν διαχωρισμού του φοιτητικού σώματος, δυσχεραίνουν την εργασιακή προοπτική, μπορεί να υιοθετηθεί από τα σχήματα (όπως έγινε στη Νομική και το Φιλολογικό).

54. Η πάλη για καλύτερους ρυθμούς σπουδών ως απάντηση στην εντατικοποίηση και την καθηγητική αυθαιρεσία δεν θα πρέπει να υποβαθμίζεται από τα σχήματα, τα οποία πρέπει να συνεχίζουν να παίζουν το ρόλο της κοινωνικοπολιτικής συσπείρωσης μέσα στη σχολή που, υπερασπιζόμενη τα συμφέροντα των φοιτητών, θα έρθει σε αντιπαράθεση με το καθηγητικό σώμα σε κάθε αντιδραστική επιλογή που αυτό παίρνει. Άλλωστε ο ρόλος του καθηγητού στρώματος στο μηχανισμό της εκπαίδευσης είναι κεντρικός και η όξυνση του διπόλου εκπαιδευτή - εκπαιδευόμενου κρίνεται αναγκαία για να εμποδίζεται η πειθάρχηση του φοιτητικού σώματος. Εδώ πρέπει να τονιστεί ότι τα χαρακτηριστικά που έχει διαμορφώσει τα τελευταία χρόνια το φοιτητικό σώμα (πτυχίο στα γρήγορα, πανεπιστήμιο όχι ως κοινωνικός χώρος αλλά πέρασμα), σε συνδυασμό με τον συσχετισμό δύναμης στα ΑΕΙ των μνημονίων, δεν πρέπει να καταλήγει στην απομάκρυνση από ριζοσπαστικές πρακτικές προηγούμενων χρόνων, αλλά στην ενίσχυσή τους. Αλλιώς τα σχήματα και ο κόσμος που συσπειρώνουν θα τείνουν συνεχώς προς την πλήρη ενσωμάτωση.

55. Η συνεχής υποβάθμιση των πτυχίων μας, ο νόμος Γαβρόγλου και οι αλλαγές που αυτός φέρνει, συμπληρωματικά με την υποχρηματοδότηση των ιδρυμάτων και τον "κόφτη" του 3ου μνημονίου πρέπει να αποτελέσουν στοιχεία της παρέμβασης μας. Η ραγδαία μείωση του προσωπικού και της κρατικής χρηματοδότησης, που λειτουργεί ως μοχλός πίεσης για την αλλαγή προγραμμάτων σπουδών και για ένα νέο πλάνο συγχωνεύσεων με συγκεκριμένα παραδείγματα, πρέπει να ανοίγεται από πλευράς μας, επειδή είναι ένα σημείο στο οποίο αποτυπώνεται η μνημονιακή πραγματικότητα στο πανεπιστήμιο. Ταυτόχρονα η μετακύληση του κόστους σπουδών στις πλάτες των φοιτητών (μέσα από δίδακτρα, σίτιση, στέγαση, συγγράμματα) αποτελεί μια ακόμα αιχμή που μπορεί να εξυπηρετήσει την παρέμβαση των σχημάτων.

56. Σε ό,τι αφορά το Άσυλο, τα σχήματα πρέπει να κινηθούν σε επιθετικές κινήσεις για τη νομιμοποίηση του στη συνείδηση του φοιτητικού σώματος. Μια κάθετη ιδεολογική παρέμβαση γι' αυτό αποβαίνει αποτυχημένη. Αναντίστοιχα, η κατοχύρωση του Ασύλου στη συνείδηση του φοιτητή αλλά και η διάθεση προάσπισης του, διαπερνάται μέσα από την ένταση της πάλης για όλα τα παραπάνω στους φοιτητικούς συλλόγους. Η αναζωπύρωση του Φοιτητικού συνδικαλισμού μέσα από έναν αγωνιστικό προσανατολισμό των Φοιτητικών Συλλόγων, αποτελεί το μόνο δρόμο για την υπεράσπιση του Ασύλου από τα κοινωνικά ακροατήρια (και όχι μόνο από τα πολιτικά). Σε αυτή τη κατεύθυνση τα σχήματα πρέπει να χαράξουν ένα δρόμο που να χαρακτηρίζεται από πολιτικές στοχοποιήσεις πρυτανειών και καθεστωτικών παρατάξεων (βλ. ΔΑΠ και άσυλο) αλλά και κινητοποιήσεις.

57. Όλα τα παραπάνω πρέπει να εξειδικεύονται από τα σχήματα στο εσωτερικό των φοιτητικών συλλόγων, συνολικοποιώντας τις ανά κλάδο ή ανά τόπο μάχες σε αγώνα για συλλογική προοπτική της γενιάς μας. Έτσι, οι επιμέρους αγώνες που μπορούν να ξεσπούν, δε σταματούν στα στενά όρια της σχολής έχοντας συγκρουστεί με το καθηγητικό σώμα και τις Πρυτανείες, αλλά έχοντας αποκτήσει συνολικό χαρακτήρα, μπορούν να συγκρουστούν συνολικά με το Υπουργείο, απελευθερώνοντας και πιο μακροπρόθεσμα και πιο «επικίνδυνα» χαρακτηριστικά στους αγώνες που δίνονται. Δικός μας ρόλος, μέσα από μια σειρά μαχών, είναι η πόλωση των Φ. Συλλόγων σε λογικές επιθετικής διεκδίκησης, κατορθώνοντας οξυμένες συγκρούσεις τόσο με τις καθηγητικές/πρυτανικές αρχές, όσο και με τα ίδια τα υπουργεία.

58. Με βάση τα παραπάνω πρέπει να εργαστούμε το επόμενο χρονικό διάστημα με την εξής μεθοδολογία. Καλούμαστε να αποτυπώσουμε στην παρέμβαση μας με βάση όλη τη συσσωρευμένη πείρα, τις τελευταίες απολήξεις της εκπαιδευτικής αναδιάρθρωσης. Από τις καθηγητικές σχολές και τον κλάδο των εκπαιδευτικών (πρόσφατο πολυνομοσχέδιο για την εκπαίδευση – τροπολογία για την παιδαγωγική επάρκεια), τους μηχανικούς, τις συγχωνεύσεις (ΤΕΙ Ιονίων νήσων, ΕΚΠΑ – ΤΕΙ Χαλκίδας), ανοίγεται ένα πολύ υλικό πεδίο για την παρέμβαση των σχημάτων. Καλούμαστε να προχωρήσουμε σε πολιτικές πρακτικές που θα μπλοκάρουν την εφαρμογή των νόμων Γαβρόγλου, όπως κινητοποιήσεις απέναντι στην ίδρυση συγχωνευμένων ιδρυμάτων, την αποστέρηση των επαγγελματικών δικαιωμάτων από τα πτυχία κ.α. Η όλη κουβέντα που ανοίγει γύρω από τη Δια Βίου και τα επιμέρους προγράμματα, πρέπει να ανοίξει από την πλευρά των σχημάτων. Είναι στοίχημα για τα σχήματα, να ξεφύγουν από μια πεπατημένη και μονόπλευρη ανάλυση γύρω από τα δια βίου και την εκπ. αναδιάρθρωση και να έρθουν αντιμέτωπα με την υλική τους αποκρυστάλλωση μέσα στις σχολές, περιγράφοντας κινήσεις που θα συγκροτούν ένα αντίβαρο σ' αυτή την κίνηση, συνδέοντας τα παράλληλα με κεντρικού τύπου αιτήματα γύρω από την ανεργία, την αξιολόγηση, την εύρεση εργασίας και τη συλλογική κατοχύρωση. Στο ίδιο πλαίσιο, κρίνεται αναγκαία η σύγκρουση σε κάθε προσπαθεια του καθηγητικού στρώματος που θα πάει να συγκρότησει τα 2ετή προγραμμάτα σπουδών όπως περιγράφεται και από το νόμο. Τέλος, πρέπει να γίνουν κινήσεις ανοίγματος και στα σχολεία πάνω και στην επικείμενη αναδιάρθρωση (εξετάσεις, εργασίες, ατομικός φάκελος προσόντων κ.α) με σκοπό να υπάρξει συντονισμός μεταξύ Φοιτητικών Συλλόγων, μαθητών και εκπαιδευτικών απέναντι στις αντιδραστικές εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις.

59. Η επιθετική διεκδίκηση και η πολιτική σύγκρουση με τον υφιστάμενο συνασπισμό εξουσίας είναι το πυρηνικό στοιχείο της κοινωνικής συμμαχίας στην οποία πρέπει να στρατευτεί η νεολαία στο δρόμο οικοδόμησης πολιτικού κινήματος νεολαίας που θα απαντά στις προκλήσεις της εποχής. Είναι η συνάρθρωση τακτικής-στρατηγικής, δηλαδή το σημείο πάνω στο οποίο πατάει η τακτική του κινήματος για να εξυπηρετήσει τον στρατηγικό του στόχο. Σε αυτή τη βάση ένα πλατύ πατριωτικό αντιμνημονιακό μέτωπο όπως το περιγράφει η ΛΑΕ είναι ανταγωνιστικό με την κοινωνική συμμαχία που θέλουμε να περιγράψουμε εμείς γιατί 1)εξυπηρετεί ανταγωνιστικά ταξικά συμφέροντα και 2)διαφοροποιείται στον στόχο. Η περιγραφή μιας εργατολαϊκής συμμαχίας και ενός αγωνιστικού μετώπου ρήξης και ανατροπής είναι το σχέδιο που θα προωθήσει τις αμυντικές κινήσεις της προηγούμενης περιόδου σε έναν ανυποχώρητο αγώνα επιθετικού διεκδικητισμού. Στόχος του η ριζική αναδιάταξη του συσχετισμού δύναμης υπέρ των δυνάμεων της εργασίας και η διαμόρφωση της κοινωνικής μαγιάς και του πολιτικού φορέα της ανατροπής που θα έρθει σε σύγκρουση με την κυβέρνηση και την Ε.Ε αμφισβητώντας ουσιαστικά τον συνασπισμό εξουσίας σε οικονομικό και πολιτικό επίπεδο.

60. Για την υλοποίηση ενός τέτοιου στρατηγικού στόχου, που αποτελεί και σημείο αντιπαράθεσης των γραμμών στο εσωτερικό των ΕΑΑΚ αλλά και του κινήματος ευρύτερα, είναι κρίσιμος ο ρόλος της νεολαίας, ως ιδιαίτερης και πολυσύνθετης κοινωνικής κατηγορίας. Στην συγκυρία της κρίσης, το φοιτητικό κίνημα δεν φαίνεται να μπορεί να παίξει το ρόλο της κινηματικής πρωτοπορίας, την οποία ακολουθούσαν τα υπόλοιπα κομμάτια της νεολαίας. Αντίθετα πρέπει να διερευνηθούν οι όροι συγκρότησης μιας "διευρυμένης νεολαιίστικης συμμαχίας" που θα αποτελέσει το πρόπλασμα ενός πολιτικού κινήματος νεολαίας. H νεολαία -παρά τις διαφοροποιήσεις ανάλογα με τον χώρο στον οποίο βρίσκεται- θα έρθει αντιμέτωπη με μια κοινή προοπτική σε ότι αφορά την ένταξη στην αγορά εργασίας (καταμερισμός και ιδεολογήματα) και τις εργασιακές σχέσεις με τις οποίες θα ενταχθεί. Το διακύβευμα είναι η διαμόρφωση όρων για έναν συνειδητό αγώνα της νεολαίας γύρω από το αίτημα μιας διαφορετικής προοπτικής από αυτήν που της περιγράφουν. Θα πρέπει να ανοίξουν δίαυλοι επικοινωνίας με όλα τα πληττόμενα κομμάτια της νεολαίας, εκπαιδευόμενης και μη.

61. H νεολαία που δεν εντάσσεται στον εκπαιδευτικό μηχανισμό, αλλά βιώνει μόλις ενηλικιωθεί τον εργασιακό μεσαίωνα, είτε μέσα από προγράμματα κατάρτισης ή μαθητείας είτε άμεσα με την ένταξή της σε κάποιον από τους δεκάδες χώρους επισφαλούς εργασίας που απασχολούν ανειδίκευτο προσωπικό (π.χ. Επισιτισμό-τουρισμό), ανήκει στα κυρίαρχα εκμεταλλευόμενα στρώματα. Η ένταση και ειδικά η έκταση της εκμετάλλευσης σε αυτούς τους χώρους, καθώς και ο μαζικός τρόπος με τον οποίο απορροφούν τη νεολαία, θέτει αναβαθμισμένα καθήκοντα στην επαναστατική αριστερά σε ότι αφορά την προσέγγισή τους, αλλά και το ρόλο που θα καλεστούν να παίξουν στον αγώνα της ρήξης και της ανατροπής.

62. Ταυτόχρονα το φοιτητικό κίνημα θα πρέπει να βρίσκεται σε διαρκή ανάδραση με την κατάσταση στους χώρους δουλειάς, ειδικά σε χώρους που υπάρχουν οργανωμένες δομές πάλης και σωματεία (π.χ. ΣΜΤ για τους μηχανικούς) περιγράφοντας την αναγκαία συνέχιση του αγώνα και μετά το πέρας των σπουδών μέσα από την εργατική διεκδίκηση. Μέσα από μια τέτοια μεθοδολογία, ο κοινωνικός αγώνας στο εσωτερικό του πανεπιστημίου αποκτάει νόημα για τον φοιτητή και δεν συντρίβεται από την ματαιότητα της προοπτικής της ανεργίας και της επισφάλειας. Προφανώς δεν σημαίνει ότι τα σχήματα δεν θα αναμετρηθούν με την ηττοπάθεια και την απογοήτευση, αλλά διαβάζοντας σωστά τη συγκυρία, καλούνται να περιγράψουν τον αναγκαίο -πολιτικά αναβαθμισμένο- συνολικό αγώνα ενάντια στο μέλλον και την προοπτική που περιγράφει το κεφάλαιο για τη νεολαία. Αυτό σημαίνει ότι οι σχηματίες των ΕΑΑΚ πρέπει να τροφοδοτηθούν από τα σωματεία στα οποία αναφέρονται, αλλά και να τα τροφοδοτήσουν όταν θα αποφοιτήσουν. Επίσης μέλη των σχημάτων και των συλλόγων που εργάζονται στον επισιτισμό-τουρισμό (σερβιτόροι κλπ) πρέπει να εντάσσονται στη ΛΑΝΤΖΑ και αντίστοιχα αυτοί που εργάζονται στο εμπόριο να εντάσσονται στο ΕΜΠΑΡΓΚΟ και να γράφονται στο σωματείο τους, δίνοντας τον αγώνα σε δύο μέτωπα.

63. Η κίνηση του μαθητικού σώματος γύρω από το θέμα των εξετάσεων και τα αντανακλαστικά που έδειξε πέρυσι, αποτελεί ένα δεδομένο που καταλήγει στην αναγκαιότητα αναβαθμισμένης παρέμβασης της Αντικαπιταλιστικής Αριστεράς στα σχολεία. Σε κάθε περίπτωση παρά τις αδυναμίες που υπάρχουν λόγω της απουσίας συνδικαλισμού στα σχολεία, οφείλουμε το επόμενο διάστημα να έρθουμε σε επαφή με το κόσμο των σχολείων τόσο για ζητήματα σχετικά τις πανελλήνιες, τη ΜΑΘΗΤΕΙΑ στα ΕΠΑΛ και τις αντιδραστικές μεταρρυθμίσεις που προμηνύονται μέχρι το 2020, όσο και για το αντιφασιστικό και προσφυγικό ζήτημα.

64. Μέσα από τα τελευταία τρία σημεία ψηλαφείται μια προσπάθεια διεύρυνσης της παρέμβασής μας σε χώρους της νεολαίας που ήταν μέχρι πρόσφατα αχαρτογράφητοι. Το μοντέλο του φοιτητικού σχήματος και του αντίστοιχου κοινωνικού χώρου είναι κρίσιμο αλλά μένει λειψό αν δεν αναμετρηθεί με την πρωτότυπη κατάσταση που διαμορφώνεται. Άλλωστε το 60% ανεργίας, οι ολοένα και πιο εντατικοί ρυθμοί σπουδών που οδηγούν τους φοιτητές να παίρνουν όλο και πιο γρήγορα το πτυχίο τους, ο αυξανόμενος αριθμός φοιτητών που εργάζονται, φανερώνουν ότι πρέπει να επαναπροσδιορίσουμε τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τη νεολαία και το νεολαιίστικο κίνημα, αλλιώς η αναδιάρθρωση θα μας σαρώσει πριν προλάβουμε να αντιδράσουμε. Επομένως συμπερασματικά, οι συνεχείς αντίρροπες κινήσεις στο εσωτερικό των φοιτητικών συλλόγων, μέσα από επαναστατική πρακτική και όχι μόνο επαναστατική θεωρία, θα πρέπει να συνδυάζονται από την συνεχή διεύρυνση της πολιτικής μας εμβέλειας έξω από τα στενά όρια του κοινωνικού χώρου στο δρόμο οικοδόμησης ενός πολιτικού κινήματος νεολαίας. Μία κατεύθυνση που πρέπει να παλέψουμε και μέσα από την παρέμβαση μας στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ.

65. Τέλος, επιμέρους κοινωνικοί αγώνες που αφορούν ευρύτερα πολιτικά ζητήματα πρέπει να βρίσκονται διαρκώς στην ατζέντα των σχημάτων, τόσο λόγω του στρατηγικού σχεδίου στο οποίο παλεύουμε να στρατεύουμε τη νεολαία, όσο και επειδή συχνά ευαισθητοποιούν ένα μπλοκ των σχημάτων πολλές φορές πιο εύκολα κι από ζητήματα αμιγώς κοινωνικού χώρου. Σε μια συγκυρία που τα εργασιακά και συνδικαλιστικά δικαιώματα χτυπιούνται αλύπητα, αναγκαία κρίνεται η συμβολή μας για τη σύνδεση στο πεδίο των απεργιακών κινητοποιήσεων, της νεολαίας με τα πληττόμενα εργαζόμενα κομμάτια. Οι κινητοποιήσεις για το προσφυγικό και το αντιπολεμικό-αντιϊμπεριαλιστικό κίνημα, πρέπει να συνεχίσουν να αποτελούν σημαντικό στοιχείο της παρέμβασης μας, καθώς η ίδια η συγκυρία ανοίγει εξαιρετικά αναβαθμισμένα δίπολα στο λαό και τη νεολαία, σε σχέση με το ενδεχόμενο μιας πιο έντονης πολεμικής σύρραξης στην ευρύτερη περιοχή και το αιματοκύλισμα για τις ιμπεριαλιστικές επιδιώξεις των αστικών τάξεων. Αιτήματα όπως : «ΕΞΩ ΑΠΟ ΤΟ ΝΑΤΟ», «ΚΑΜΙΑ ΕΜΠΛΟΚΗ ΣΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ», «ΑΝΑΤΡΟΠΗ ΤΗΣ ΠΟΛΕΜΟΚΑΠΗΛΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ», πρέπει να βγουν επιθετικά στο προσκήνιο, πιάνοντας το νήμα των τελευταίων αντιπολεμικών κινητοποιήσεων. Στην ειδική συγκυρία και κατάσταση που διαμορφώνεται μέσα από τις παραπάνω ρητορικές, οι φασιστικές γκρούπες προσπαθούν να ανακτήσουν την κοινωνική νομιμοποίηση που έχασαν μετά την δολοφονία Φύσσα και να ξαναβγούν στο δρόμο, τόσο καρπώνοντας τις κινητοποιήσεις για το Μακεδονικό όσο και με μια σειρά επιθέσεων σε πρόσφυγες (βλ. Κολωνός και Μανωλάδα), σε εργαζόμενους ως απεργοσπαστικός μηχανισμός (βλ. Cosco) και τις πρόσφατες επιθέσεις στο pride της Θεσσαλονίκης. Κρίνεται αναγκαία η μαζική απάντηση του κινήματος σε οποιαδήποτε πρόκληση απο μεριάς φασιστών καθώς και η ανάδειξη του ρόλου της στην σημερινή συγκυρία σε κάθε γειτονιά, χώρο εργασίας και πανεπιστήμια/σχολεία

ΣΤ. Για τα ΕΑΑΚ και την πρόταση για την αναγκαία πολιτική τους επανεκκίνηση.

66. Η κατάσταση που έχει διαμορφωθεί πλέον στο μόρφωμα, αποτελεί απότοκο της αδυναμίας των ΕΑΑΚ να παράξουν μια εναλλακτική πολιτική πρόταση για το κίνημα που θα συγκρούεται συνολικά με την προοπτική της νεολαίας. Αυτή αποτυπώνεται καθαρά στην όξυνση των πολιτικών αντιπαραθέσεων των τελευταίων 3 χρόνων στο εσωτερικό του αμφιθεάτρου. Αντιπαραθέσεις που βρίσκουν τη μήτρα τους τόσο στην ίδια την ύπαρξη αντιπαραθετικών σχεδίων που δεν μπορούν να συντεθούν, όσο και στην ίδια την αδυναμία των ΕΑΑΚ στο σύνολο τους να αποτελέσουν τον αναγκαίο κινηματικό πόλο που θα περιγράψει ένα εναλλακτικό συλλογικό πολιτικό όραμα και σχέδιο που θα στρατεύσει τη νεολαία. Η διαμορφούμενη κατάσταση, λοιπόν, περιγράφεται γλαφυρά από την αδυναμία των ΕΑΑΚ να καταλήξουν σε απόφαση στα φετινά συντονιστικά, να αναμετρηθούν τόσο κεντρικά με την εκπαιδευτική αναδιάρθρωση όσο και επιμέρους στους συλλόγους με τις ειδικές αιχμές και ταχύτητές της, αλλά και με τα δύο ξεχωριστά εκλογικά κατεβάσματα. Κρίνεται πιο αναγκαίο από ποτέ να επεξεργαστούμε, από τη μία την πηγή των αντιπαραθέσεων καθώς και τις πολιτικές στοχεύσεις των σχεδίων και από την άλλη να περιγράψουμε την αναγκαία φυσιογνωμία, τρόπο λειτουργίας και πολιτικό σχέδιο, ώστε τα ΕΑΑΚ να αποτελέσουν τον πόλο συσπείρωσης της νεολαίας στο εσωτερικό των πανεπιστημίων που θα λειτουργήσει ως κινηματικός πυροδότης ενάντια στη διάλυση της προοπτικής της νεολαίας, την κυβέρνηση, τους ιμπεριαλιστικούς μηχανισμούς και το πόλεμο. Ας είμαστε, ωστόσο, σίγουροι πώς όσο δεν καταφέρνουμε να περιγράψουμε την αναγκαία μεθοδολογία, μέσω της οποίας τα ΕΑΑΚ θα ξεφύγουν από τη διαμορφούμενη κατάσταση, τόσο θα διολισθαίνουν σε μικροαστικές λογικές, τόσο γύρω από την αιτηματολογία τους, όσο και γύρω από τον τρόπο αντιπαράθεσης στο εσωτερικό τους, γεγονός που εξάλλου γίνεται ξεκάθαρο από τον τρόπο που παλεύονται τα πολιτικά σχέδια στο εσωτερικό τους.

67. Μετά τις φετινές φοιτητικές εκλογές, γίνεται γι' ακόμη μια φορά ξεκάθαρη η στόχευση από τις δυνάμεις της ΛΑΕ για τη συγκρότηση ενός μετώπου της αριστεράς στη νεολαία που είναι αντιπαραθετικό με τα ΕΑΑΚ, τα συλλογικά και πολιτικά τους κεκτημένα και την τοποθέτηση τους στο φάσμα της επαναστατικής, αντικαπιταλιστικής αριστεράς. Το σχέδιο της ΛΑΕ περνάει αναγκαστικά και κερδίζει χώρο μέσα από τη διαλυτοποίηση των ΕΑΑΚ, τη ναρκοθέτηση της πολιτικής κουβέντας στο εσωτερικό τους. Έτσι αυτό έγινε φανερό φέτος όλη τη χρονιά, είτε μέσα από τις συμμορίτικου τύπου επιθέσεις στις διαδικασίες βάσης και συντονισμού των ΕΑΑΚ, είτε μέσα από μια καταγγελιολογία που απομάκρυνε την κουβέντα των συντονιστικών από τα επίδικα της συγκυρίας και τη δυνατότητσ μαζικής επανεμφάνισης του φοιτητικού κινήματος. Η αναγωγή της υπέρβασης των παραπάνω στοχεύσεων, ως απλές προβληματικές που μπορούν να λυθούνν μέσα από την οργανωτική αναβάθμιση και το πρόγραμμα των ΕΑΑΚ, αποτελεί πολιτική επιλογή και λογική, που όχι μόνο δεν αντιμετώπισε το σχέδιο διάλυσης, αλλά σαν συνέχεια της περσινής τοποθέτησης γύρω από τη βία άφησε χώρο ωστε να ενισχυθεί το σχέδιο της ΛΑΕ.

68. Κατ' αρχήν για να αναλύσουμε το σχέδιο της ΛΑΕ πρέπει να το αντιμετωπίσουμε ως ενιαίο. Είτε αυτό εκφράζεται μέσα από το σχέδιο άμεσης συγκρότησης μετώπου της ριζοσπαστικής αριστεράς στα πανεπιστήμια, που προυποθέτει τη διάλυση των ΕΑΑΚ, είτε αυτό περνά μέσα από πολιτικές επιλογές συμπόρευσης στο εσωτερικό των συλλόγων με άλλες ριζοσπαστικές δυνάμεις(χωρίς ξεκάθαρη τοποθέτηση για την υπέρβαση-διάλυση των ΕΑΑΚ) που εν τέλει καταλήγουν στη δημιουργία ενός ριζοσπαστικού σχήματος ανά σχολή και νέου μετώπου. Γίνεται εξάλλου ξεκάθαρο πως δεν υπάρχει ουσιαστική διαφοροποίηση από την πολιτική επιλογή συγκρότησης και ενίσχυσης με νύχια και με δόντια του εκλογικού κατεβάσματος της Αριστερής Ανατρεπτικής Συνεργασίας σε συνεργασία με τις δυνάμεις των ΑΡΕΝ-ΑΡΔΙΝ σε πλήρη αντιδιαστολή με το κατέβασμα των ΕΑΑΚ. Την ίδια στιγμή η πολιτική τοποθέτηση των δυνάμεων αυτών στο επίπεδο των συλλόγων επικαθορίζεται σε μεγάλο βαθμό από τις κεντρικές πολιτικές επιλογές της ΛΑΕ, τόσο σε κεντρικό επίπεδο όσο και σε συνδικαλιστικό καθώς και στις κοινωνικές εκπροσωπήσεις που αυτή στοχεύει. Έτσι καταλήγουν να παίζουν μια γραμμή που όχι μόνο δεν αναμετράται με τα επίδικά και τα καθήκοντα της συγκυρίας, αλλά αντιθέτως ενσωματώνεται στις επιλογές της αναδιάρθρωσης( βλ. συνδιοίκηση και άσυλο στο ν. Γαβρόγλου) και περιορίζει τις δυνατότητες των σχημάτων να φέρουν τη σπουδάζουσα νεολαία σε τροχιά σύγκρουσης με τη μάυρη εργασιακή προοπτική που κυβέρνηση και ΕΕ της ετοιμάζουν(βλ. στείρα τοποθέτηση γύρω από επαγγελματικά δικαιώματα και τελεία, καμία ενασχόληση πέρα από συντεχνιακό πλαίσιο με τα εργασιακά). Την ίδια στιγμή, προσπαθούν να απονομιμοποιήσουν τα παραδοσιακά πολιτικά εργαλεία και πρακτικές των ΕΑΑΚ όπως οι γενικές συνελεύσεις, οι καταλήψεις, ή σύγκρουση με την αναδιάρθρωση κλπ ως ξεπερασμένα, προμοτάροντας εναλλάκτικούς τρόπους και μεθόδους παρέμβασης που περισσότερο προσομοιάζουν σε άλλα κομμάτια της αρίστερας( Νεολαία ΣΥΡΙΖΑ πιο παλιά), με τη δημιουργία και παρέμβαση μέσα από τις κινηματογραφικές και πολιτιστικές ομάδες, τα αντιμαθήματα κλπ.

69. Από την άλλη, η αναγωγή της ήττας του παραπάνω σχεδίου στην πτερυγοποίηση των ΕΑΑΚ και της οργανωτικής αναβάθμισης δεν αποτελεί λύση για την υπάρχουσα κατάσταση του μορφώματος. Κι αυτό γιατί δεν αντιλαμβάνεται ότι η έλλειψη πολιτικής συμφωνίας μεταξύ σχεδίων που δεν έχουν κανένα πεδίο σύνθεσης, αφού στοχεύουν σε εντελώς διαφορετικές κοινωνικές εκπροσωπήσεις, με διαφορετικό πολιτικό ορίζοντα( από τη μία φιλολαική διαχείριση του καπιταλισμού με κατάληψη θέσεων στο κράτος μέσα από μια πραγματικά αριστερή κυβέρνηση και από την άλλη συγκρότηση κινήματος νεολαίας που στο πλάι του λαικού εργατικού κινήματος θα συγκρουστεί με την αστική τάξη και τους ιμπεριαλιστικούς μηχανισμούς σε μια κατεύθυνση επαναστατικής κατάληψης της εξουσίας) δε γεφυρώνεται με οργανωτικά ημίμετρα και καταστατικές αρχές. Στο ίδιο πλαίσιο, η ποινικοποίηση της βίας από όπου κι αν προέρχεται, οι ίσες αποστάσεις η στιγμή που υπάρχει ξεκάθαρο σχέδιο διαλυτοποίησης των ΕΑΑΚ και η πλήρης αποδοχή και ενίσχυση καταγγελιών ολόκληρων οργανώσεων και ρευμάτων, οδηγεί μόνο στη διαιώνιση της παραπάνω κατάστασης για τα σχήματα και το κίνημα. Το μοντέλο λειτουργίας που προάγεται ως λύση αντικρούει τον ανοιχτό ανατρεπτικό τρόπο λειτουργίας των σχημάτων. Την ίδια στιγμή αυτή η μεριά του αμφιθεάτρου επιλέγει τη ενίσχυση νέων πολιτικών εργαλείων όπως τα μονοθεματικά σχήματα σε μια κατεύθυνση παραγωγής θέσεων των ΕΑΑΚ, με μια παράλληλη αδυναμία σύγκρουσης με τα ρεύματα του επιστημονισμού και του καριερισμού, τόσο γύρω από τη γραμμή για τη γνώση όσο και γύρω από πολιτικά εργαλεία όπως τα αντιμαθήματα, αδυναμία που εν τέλει καταλήγει και στην ενσωμάτωση της αστικής αφήγησης.

70. Ως Αριστερή Συσπείρωση αντιλαμβανόμαστε ότι βρισκόμαστε σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι για το δίκτυο των ΕΑΑΚ. Είτε θα τραβήξουν μια γραμμή σύγκρουσης με τις αστικές κυβερνήσεις, τους ιμπεριαλιστικούς μηχανισμούς, την εκπαιδευτική αναδιάρθρωση κόντρα σε λογικές συμβιβασμού είτε θα αποτελέσουν ακριβώς αυτόν τον αριστερό ψάλτη σε σχέδια της παναριστεράς για έναν πιο ήπιο καπιταλισμό. Σε αυτό ακριβώς το διακύβευμα θεωρούμε πως κάθε σύντροφος και σχήμα στο εσωτερικό των ΕΑΑΚ αλλά και σύντροφοι με αναφορά στην αντισυνδιαχειριστική, επαναστατική και κομμουνιστική αριστερά πρέπει να δώσουν ξεκάθαρες απαντήσεις σε κάθε κοινωνικό χώρο. Κόντρα λοιπόν στο συμβιβασμό και τη συνθηκολόγηση της γενιάς μας, είναι πιο αναγκαίο από ποτέ να ενισχυθεί η επαναστατική, αντικαπιταλιστική κατεύθυνση στο εσωτερικό των ΕΑΑΚ, ώστε να ενισχυθεί και το ίδιο το δίκτυο, από τη μαζικοποίηση των σχημάτων και των πολιτικών τους μπλοκ μέχρι την επανανοηματοδότηση των ΕΑΑΚ ως πολιτικής πρωτοπορίας και κινηματικού πυροδότη στο σήμερα.

71. Έτσι, αντιλαμβανόμαστε την αναγκαιότητα ξεπεράσματος όλης αυτής της κατάστασης που περιγράφεται παραπάνω, όχι με όρους οργανωτικής μετάλλαξης είτε υπέρβασης, αλλά μέσω της πολιτικής επανεκκίνησης σχημάτων και των ΕΑΑΚ. Πολιτική επανεκκίνηση των ΕΑΑΚ, ως διαδικασία που θα σέβεται και θα διατηρεί τα ιστορικά συλλογικά και πολιτικά κεκτημένα των σχημάτων και θα διαχωρίζεται όμως από την άλλη από το βούρκο της εσωστρέφειας, της αποπολιτικοποίησης και εν τέλει της αποσυσπείρωσης. Με σεβασμό και πάλη για διατήρηση και ενίσχυση του ανοιχτού και ανατρεπτικού τρόπου λειτουργίας των σχημάτων, κόντρα σε λογικές περιχαράκωσης και κλειστών μοντέλων. Με στόχο την ενίσχυση του δικτύου των ΕΑΑΚ, μέσα από τη διεύρυνση και ένταξη δυνάμεων, ρευμάτων και αγωνιστών σε αυτό κόντρα στο σχέδιο διάλυσης του.

72. Ο στόχος που είχαμε θέσει ως οργάνωση από την προηγούμενη Φοιτητική Ολομέλεια, γύρω από την αναγκαία προσπάθεια κοινού βηματισμού των ΕΑΑΚ με ξεκάθαρη αντισυνδιαχειριστική – αντιαναδιαρθρωτική κατεύθυνση απέναντι στην εκπαιδευτική αναδιάρθρωση, δεν υλοποιήθηκε. Αντιθέτως, η συζήτηση μέσα στα ίδια τα ΕΑΑΚ, καθώς και οι απολήξεις του κάθε σχεδίου στην πράξη, δείξανε ότι το σχέδιο διάλυσης των ΕΑΑΚ μετράει βήματα (είτε αυτό σημαίνει αντιπαραθετικά εκλογικά κατεβάσματα μεταξύ των σχημάτων ΕΑΑΚ, είτε υλοποίηση αντιπαραθετικών σχεδίων σε επιμέρους μέτωπα λ.χ. πόλεμος, συνδιοίκηση κλπ.).

73. Ως Αριστερή Συσπείρωση, καλούμαστε να τραβήξουμε το μόρφωμα σε μια διαφορετική κατεύθυνση κοινού κινηματικού βηματισμού πάνω στην πολιτική πρόταση και το σχεδιασμό που περιγράφουμε για το κίνημα. Μέσα από τη διαδικασία της πολιτικής επανεκκίνησης των ΕΑΑΚ, είναι πιο αναγκαίο από ποτέ να ενισχυθούν μια σειρά φυσιογνωμικών χαρακτηριστικών. Πιο συγκεκριμένα, τα ΕΑΑΚ θα πρέπει να παλέψουν:
Α) Ενάντια σε κυβερνήσεις, ΕΕ και αστικά επιτελεία που επιβάλλουν αυτή τη προοπτική για την νεολαία. Σε σύγκρουση με τα σχέδια εντός και εκτός μορφώματος που καλλιεργούν αυταπάτες κυβερνησιμότητας και αναζητούν συμμαχίες με κομμάτια της αστικής τάξης. Κομβικό στην περίοδο είναι πάντως το πολιτικό αίτημα για ανατροπή της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, ως άξιο εκφραστή των συμφερόντων του κεφαλαίου, και κάθε αστικής κυβέρνησης.
Β) Κόντρα στις λογικές συνδιαχείρισης και συνδιαλλαγής με τους εκφραστές του κεφαλαίου. Ξέχωρα από τον επίσημο συνδικαλισμό των ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ και το συντεχνιακό δρόμο για κλαδική εξαίρεση από την επίθεση του κεφαλαίου.
Γ) Ενάντια στις πτυχές της εκπαιδευτικής αναδιάρθρωσης και τους φορείς επιβολής τους στον εκπαιδευτικό μηχανισμό. Μακριά από λογικές συνδιοίκησης και κατάληψης θέσεων στα όργανα διοίκησης των ιδρυμάτων.
Δ) Απέναντι στους ιμπεριαλιστικούς μηχανισμούς και τους ανταγωνισμούς τους και υπέρ της αντικαπιταλιστικής εξόδου από την ΕΕ και το ΝΑΤΟ.

74. Στο δρόμο της πολιτικής επανεκκίνησης, πρέπει να διασφαλίζεται πως η φυσιογνωμία των ΕΑΑΚ δε θα κλειδώνει μέσα από καταστατικές αρχές και οργανωτικά μοντέλα παράταξης. Είναι συνεχές διακύβευμα της διαπάλης και τριβής των σχεδίων που υπάρχουν στο εσωτερικό του μορφώματος, με στόχο πάντα την κατάληξη σε ένα πλαίσιο πολιτικής συμφωνίας και κοινό κινηματικό βηματισμό. Ως διαδικασία, προκειμένου να μετρήσει βήματα περνάει αναγκαστικά μέσα από την μαζικοποίηση των σχημάτων και της ενίσχυσης της αντικαπιταλιστικής κατεύθυνσης στο εσωτερικό τους. Έτσι, κρίνεται αναγκαία η συνεχής και βαθύτερη πολιτικοποίηση των κοινωνικοπολιτικών συσπειρώσεων, από τα επιμέρους καθημερινά ζητήματα έως τις κεντρικές πολιτικές αντιπαραθέσεις. Με δεδομένα αυτά, η πολιτική επανεκκίνηση των ΕΑΑΚ περνάει μέσα από συγκεκριμένα μεθοδολογικά βήματα και την ίδια τη μαζικοποίηση των σχημάτων που θα πρέπει να δοκιμαστούν το επόμενο χρονικό διάστημα.
1) Συζήτηση στο εσωτερικό τους πάνω στα επίδικα της περιόδου με στόχο την χάραξη μιας μάχιμης γραμμής στο εσωτερικό των φοιτητικών συλλόγων που θα παλεύει για την ανατροπή των αντιδραστικών νόμων του υπουργείου, της Κυβέρνησης και της αναδιάρθρωσης.
2) Βάθεμα της πολιτικής κουβέντας στο εσωτερικό τους με σκοπό να υπάρξει βαθύτερη πολιτική συμφωνία και ξεκάθαρη αντικυβερνητική, αντιαναδιαρθρωτική, αντισυνδιαχειριστική, αντι-ΕΕ στάση και πρακτική σύμφωνα με τα πολιτικά και συλλογικά τους κεκτημένα.
3) Συχνή και δημοκρατική συζήτηση στο εσωτερικό του μορφώματος (διαδικασίες σχημάτων-συντονιστικά) και κατάκτηση να καταλήγουμε στις διαδικασίες μας με σκοπό να ενοποιούμαστε πάνω στην πολιτική πρόταση στο κίνημα και να υλοποιούμε από κοινού (όλα τα σχήματα) ένα κοινό μάχιμο κινηματικό σχεδιασμό.

book-128Περιοδικό

ΑΡΙΣΤΕΡΗ ΑΝΑΤΡΟΠΗ 

periodika

posterΑφίσες

afises

video-playΒίντεο

video

tetradia-marxismou small