Τα αποτελέσματα των φοιτητικών εκλογών, η πολιτική συγκυρία στις σχολές και η επόμενη ημέρα

(το κείμενο αποτελεί συντομευμένη εκδοχή προς δημοσίευση της απόφασης της φοιτητικής ολομέλειας της Αριστερής Συσπείρωσης, στις 18 Μαΐου)

Οι φετινές φοιτητικές εκλογές διεξήχθησαν σε μία πλούσια συγκυρία, όπως αυτή διαμορφώθηκε και συνεχίζει να διαμορφώνεται τόσο μέσα όσο κι έξω από τα «τείχη» του πανεπιστημίου. Αφενός η ολοένα και κλιμακούμενη επίθεση της συγκυβέρνησης Σαμαρά στον κόσμο της εργασίας και της νεολαίας (μέσα από τις αλλεπάλληλες περικοπές των μνημονίων, το «σχέδιο δράσης για την απασχόληση των νέων» κ.ά.), και αφετέρου το σύνολο των αιχμών της εκπαιδευτικής αναδιάρθρωσης (νόμοι Διαμαντοπούλου – Αρβανιτόπουλου και «σχέδιο Αθηνά») και η βίαιη προσπάθεια εφαρμογής τους – που έλαβε χώρα τη φετινή χρονιά – γέμισαν με βέλη τη φαρέτρα των ΕΑΑΚ για την πολιτική τους παρέμβαση στους Συλλόγους. Επιπλέον, η διενέργεια των φοιτητικών εκλογών αρκετά νωρίς και σε ενεργό πολιτικό χρόνο για τις σχολές (μετά από τέσσερα χρόνια, όπου οι εκλογές παραπέμπονταν στα μέσα του Μαΐου), καθώς και οι εβδομάδες των κινητοποιήσεων που προηγήθηκαν το αμέσως προηγούμενο χρονικό διάστημα (με τις αντιφάσεις φυσικά, τις αδυναμίες και τις ελλείψεις που αυτές επέδειξαν), συνέθεταν ένα αρκετά ευνοϊκό πεδίο παρέμβασης για τα σχήματα. Όλα τα παραπάνω, δημιούργησαν τις προϋποθέσεις ώστε οι φετινές φοιτητικές εκλογές να μην αποτελέσουν απλά μια στείρα μάχη μηχανισμών των καθεστωτικών παρατάξεων, αλλά να αποτυπώσουν και στοιχεία μιας πραγματικής πολιτικής αντιπαράθεσης (τουλάχιστον για τις σχολές εκείνες των οποίων ο κόσμος οσμώθηκε με τις κινηματικές διαδικασίες του αμέσως προηγούμενου χρονικού διαστήματος), και ως εκ τούτου να εκφραστεί μία αναβαθμισμένη δυναμική των κινηματικών δυνάμεων (με επίκεντρο τα ΕΑΑΚ), μέσω μιας βελτιωμένης καταγραφής μέσα στους Συλλόγους. Τέλος, κατάφεραν να δημιουργήσουν ένα εύφορο έδαφος για μία μάχιμη πολιτική παρέμβαση η οποία θα είχε ως στόχο, εκτός των άλλων, και το «ζωντάνεμα» των Συλλόγων και την επιστροφή του κόσμου των σχολών στις συλλογικές διαδικασίες.

Τελικά, τα σχήματα των ΕΑΑΚ, κατάφεραν να αδράξουν αυτή την ευκαιρία και να επιτύχουν τα επιθυμητά αποτελέσματα; Τι συμπεράσματα εξάγονται από τα αποτελέσματα των εκλογών γενικά για τους Συλλόγους και ποια είναι τα ρεύματα της κίνησης των φοιτητών εντός αυτών; Ποιες δυνατότητες και προοπτικές διαγράφονται για την παρέμβασή μας στους Συλλόγους την επόμενη μέρα από το κλείσιμο της κάλπης;

Α. Οι καθεστωτικές παρατάξεις

Στις φετινές φοιτητικές εκλογές αποτυπώθηκε μία εκ νέου πτώση των καθεστωτικών παρατάξεων σε απόλυτο αριθμό ψήφων. Η πτώση αυτή αποτυπώθηκε με έναν οριακό τρόπο στην περίπτωση της ΔΑΠ (κατά 552 ψήφους), και με πιο έντονο στην περίπτωση της ΠΑΣΠ (κατά 2336 ψήφους). Οι καταγραφές αυτές με μια πρώτη ματιά βρίσκονται σε σχετική αναντιστοιχία με τις κινήσεις, αλλά και την κατάσταση στην οποία βρίσκονται οι κομματικοί φορείς των παρατάξεων αυτών σε κεντρικό πολιτικό επίπεδο. Παρόλα αυτά μπορούν να ερμηνευτούν βάσει της κίνησης των φοιτητών και των ειδικών χαρακτηριστικών της νεολαίας ή/και της σχετικής αυτοτέλειας του χώρου των πανεπιστημίων.

Παράταξη

2013

2012

Μεταβολή

Ψήφοι

Ποσοστό %

Ψήφοι

Ποσοστό %

Ψήφοι

Ποσοστό %

ΔΑΠ-ΝΔΦΚ

25606

37,04

26158

37,02

-552

+0,02

ΠΑΣΠ

13515

19,55

15851

22,44

-2336

-2,89

Πίνακας 1. Αποτελέσματα εκλογών ΔΑΠ – ΠΑΣΠ στα ΑΕΙ

Α1. Η ΔΑΠ-ΝΔΦΚ

Η ΔΑΠ-ΝΔΦΚ, παρότι αποτελεί την παράταξη της κυβέρνησης μέσα στα πανεπιστήμια, σε μία χρονιά δε όπου η ΝΔ προχώρησε σε μία σειρά από άκρως αντιδραστικές μεταρρυθμίσεις στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, στην εργασία και την οικονομία, βγήκε με ελάχιστη φθορά από την μάχη των εκλογών. Πολύ περισσότερο, η ίδια η ΔΑΠ δεν επέλεξε να διαφοροποιηθεί και να κρατήσει αποστάσεις από τις κινήσεις του κομματικού της φορέα (ειδικά στο κομμάτι της εκπαιδευτικής αναδιάρθρωσης, καθώς και της επίθεσης στα δημοκρατικά δικαιώματα και ελευθερίες), φορώντας τον μανδύα μιας ανεξάρτητης φοιτητικής παράταξης (όπως μπορεί να έχει συμβεί σε αντίστοιχες περιπτώσεις στο παρελθόν). Αντίθετα επέλεξε ένα πολύ πιο σκληρό προφίλ, είτε στηρίζοντας συνολικά το αναδιαρθρωτικό εγχείρημα, είτε προβάλλοντας ακόμα πιο αντιδραστικές θέσεις από τα κυβερνητικά σχέδια. Η λογική αυτή αποκρυσταλλώθηκε τόσο στις τοποθετήσεις της ΔΑΠ στα όργανα των Συλλόγων και τη στάση της στις Γενικές Συνελεύσεις της φετινής χρονιάς, όσο και στο επίπεδο των προτάσεων που κατέθεσε και προωθεί για τα ελληνικά πανεπιστήμια.

Η οριακή πτώση – διατήρηση των δυνάμεων της ΔΑΠ στα πανεπιστήμια βρίσκεται λοιπόν σε πλήρη αντίφαση με την αντίδραση που αποτυπώνεται στο επίπεδο της κοινωνίας απέναντι στην πολιτική της κυβέρνησης Σαμαρά και τον περιορισμό της κοινωνικής επιρροής της ΝΔ. Το γεγονός ότι η ΔΑΠ λειτούργησε σαν «πολιορκητικός κριός» της πολιτικής αυτής μέσα στις σχόλες και δεν επέλεξε να διαχωριστεί, στα πλαίσια μιας γενικόλογης και επιφανειακής καταγγελιολογίας, ενισχύει την αντίφαση αυτή. Παρόλα αυτά, η παραπάνω αντίφαση μπορεί να ερμηνευτεί, αφενός λόγω της αυτοτέλειας που παρουσιάζει ο χώρος των πανεπιστημίων, και αφετέρου λόγω του ιδιαίτερου τρόπου παρέμβασης – κουλτούρας της ΔΑΠ και του μηχανισμού που έχει συγκροτήσει στις σχολές.

Κατ’ αρχήν, αυτή τη στιγμή – και παρά τις εξελίξεις που συντελούνται στο έδαφος της οικονομικής κρίσης και των μνημονίων, με το τσάκισμα της επαγγελματικής και εργασιακής προοπτικής της νεολαίας – τα ιδεολογήματα και οι αυταπάτες της κοινωνικής ανέλιξης μέσα από τη συμμετοχή στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, του καριερισμού και του επιστημονισμού καλά κρατούν στο εσωτερικό του φοιτητικού στρώματος. Τα ιδεολογήματα αυτά, τα οποία παραδοσιακά καλλιεργούνταν μέσα στο πανεπιστήμιο, λόγω του ρόλου του σαν μηχανισμός, αλλά και λόγω της στάσης του καθηγητικού μπλοκ, μπορεί να συντρίβονται στον κόσμο της εργασίας, ωστόσο, μάλλον εντείνονται μέσα στα πανεπιστήμια, αποκτώντας ένα διαφορετικό – ακόμα πιο αντιδραστικό – «πρόσωπο», αυτό του επιβιωτισμού. Η ΔΑΠ-ΝΔΦΚ λοιπόν, εξίσου παραδοσιακά, εξέφραζε αυτά τα ρεύματα μέσα στις σχολές, κυρίως μέσα από τη λογική της ομαλότητας την οποία πρέσβευε. Σήμερα, πολλώ δε μάλλον, τείνει να τα ενισχύει, μέσα από την παρότρυνση για γρήγορη λήψη πτυχίου (τάση που έτσι κι αλλιώς καλλιεργείται ήδη στους φοιτητές κι από τον μηχανισμό της οικογένειας), με την ταυτόχρονη προσπάθεια για απομάκρυνση από οποιαδήποτε συλλογική διαδικασία, είτε μέσω της αποχής της ίδιας από αυτές, είτε μέσω της συνολικότερης απαξίωσης τους, είτε ακόμα και σε ρήξη με αυτές.

Η απουσία συγκροτημένης ιδεολογικής και πολιτικής παρέμβασης απέναντι στα ιδεολογήματα που τροφοδοτεί η ΔΑΠ, σε συνδυασμό με το μηχανισμό των χαλαρών κοινωνικών δικτύων, των σημειώσεων και της συνδιαλλαγής με κομμάτια του καθηγητικού μπλοκ, δίνει τη δυνατότητα στη ΔΑΠ να μειώνει τους «κραδασμούς» από την εφαρμοζόμενη πολιτική της ΝΔ, περιορίζοντας έτσι τις απώλειες. Παρότι, ο νόμος Διαμαντοπούλου έχει επιφέρει ριζικές αλλαγές στο κομμάτι της συνδιοίκησης, οι οποίες ολοκληρώνονται με τις διατάξεις του σχεδίου Αθηνά (συγκέντρωση υπερεξουσιών σε μονοπρόσωπα όργανα) – επηρεάζοντας κατά αυτό τον τρόπο κι έναν από τους βασικούς πυλώνες στους οποίους στήριζε την πολιτική της παρέμβαση η ΔΑΠ στο εσωτερικό των συλλόγων – η δυνατότητα να συνδιαλέγεται με «ρουσφετολογικούς» όρους με το καθηγητικό κατεστημένο δεν έχει εξαφανιστεί (ίσα ίσα που είναι πιθανό να ενισχυθεί με τον μετασχηματισμό των σχέσεων εκπροσώπησης σε ένα «υπόγειο» δίκτυο συνδιαλλαγής). Βασιζόμενη λοιπόν σε αυτές τις προνομιακές σχέσεις, αλλά και στα ατομικά αντανακλαστικά επιβίωσης, που αναφέραμε παραπάνω, η ΔΑΠ εξακολουθεί να στρατεύει κόσμο γύρω από αυτές τις λογικές.

Επιπρόσθετα στα παραπάνω, κινήσεις οι οποίες έλαβαν χώρα κατά τη διάρκεια της φετινής ακαδημαϊκής χρονιάς, όπως η μεθοδευμένη στοχοποίηση του Ασύλου με αφορμές «δήθεν» περιστατικά εγκληματικότητας, καθώς και η οξυμένη αντιπαράθεση της ΝΔ με το χώρο της αυτονομίας – αναρχίας και η αντανάκλασή της στις σχολές με την αντιπαράθεση της αναρχίας με τη ΔΑΠ, πριμοδότησαν τον πολιτικό λόγο της ΔΑΠ στα φοιτητικά αμφιθέατρα. Αυτό, από τη μία μετέφερε το κέντρο βάρος της συζήτησης στο εσωτερικό των σχολών σε ένα πεδίο ευνοϊκότερο για τη ΔΑΠ, από την άλλη, και σε ένα δεύτερο επίπεδο φυσικά, το καρπώθηκε και στα εκλογικά αποτελέσματα.

Α2. Η ΠΑΣΠ

Ο έτερος πόλος της τρικομματικής κυβέρνησης στα πανεπιστήμια, η ΠΑΣΠ, σαφώς και αποκόμισε στις φετινές φοιτητικές εκλογές, μεγαλύτερη φθορά από αυτήν της ΔΑΠ-ΝΔΦΚ –  συνεχίζοντας έτσι την πτωτική τάση των τελευταίων χρόνων – ωστόσο και το δικό της εκλογικό αποτέλεσμα παρουσιάζει αντιφατικά στοιχεία συγκρινόμενο με την «ελεύθερη πτώση» των εκλογικών ποσοστών του ΠΑΣΟΚ και της τεράστιας συρρίκνωσης της κοινωνικής του απεύθυνσης σε επίπεδο κοινωνίας.

Παράταξη

2013

2010

Μεταβολή

Ψήφοι

Ποσοστό %

Ψήφοι

Ποσοστό %

Ψήφοι

Ποσοστό %

ΠΑΣΠ

13515

19,55

23894

31,11

-10379

-11,56

Πίνακας 2. Η πτώση της ΠΑΣΠ τις χρονιές 2010 – 13

Είναι αλήθεια πως η συνεχής φθορά που αποτυπώνει η ΠΑΣΠ στα πανεπιστήμια τα τελευταία χρόνια, άρα και η μείωση της δυναμικής και της απεύθυνσής της στο φοιτητικό σώμα, όπως επίσης και το γεγονός ότι η ίδια δεν αποτύπωσε κατά τη διάρκεια της φετινής χρονιάς μία συγκεκριμένη πολιτική παρέμβαση γύρω από τα επίδικα της περιόδου στην μαζική πλειοψηφία των Συλλόγων (κύριο μέλημά της αποτέλεσε η ανασυγκρότηση του μηχανισμού της), ανέδειξαν τη ΔΑΠ ως τον κυρίαρχο εκφραστή – υποστηρικτή της μεταρρυθμιστικής πολιτικής μέσα στις σχολές. Παρόλα αυτά, εν τέλει η παράταξη της ΠΑΣΠ δεν εμφανίζει τα σημάδια διάλυσης τα οποία εμφανίζει ο κομματικός της φορέας και καταφέρνει να διατηρεί κάποιες δυνάμεις στα πανεπιστήμια. Ιδιαίτερα δε σε σχολές – «κάστρα» της, όπως η ΑΣΟΕΕ, κατάφερε να διατηρήσει τα ποσοστά της ή σε άλλες, βλέπε Χημικούς Μηχανικούς ΕΜΠ, κατάφερε να αποτυπώσει σημαντική άνοδο.

Η αναντίστοιχη λοιπόν πτώση της ΠΑΣΠ στα πανεπιστήμια, συγκριτικά με τη διάλυση του ΠΑΣΟΚ στην κοινωνία κατά κύριο λόγο ερμηνεύεται από τον ισχυρό εκλογικό της μηχανισμό, ειδικά στις σχολές στις οποίες έχει αυξημένη δυναμική και συγκροτημένα μπλοκ κόσμου που τη στηρίζουν. Σε ένα δεύτερο επίπεδο όμως οφείλεται και στον ιδιαίτερο τρόπο με τον οποίο οι διάφορες ΠΑΣΠ ανά πόλεις ή συγκροτήματα σχολών στράτευαν τα μέλη τους στη νεολαία του ΠΑΣΟΚ, πατώντας πάνω στην αντιπαράθεση που συντελούνταν στο εσωτερικό της. Έτσι, μεγάλο κομμάτι του δυναμικού της ΠΑΣΠ εντασσόταν στην παράταξη στη βάση της κόντρας με τα άλλα «κομμάτια» της ΠΑΣΠ και σε ανεξαρτησία με το ίδιο το ΠΑΣΟΚ. Μπορεί λοιπόν, το κομμάτι του δυναμικού αυτού να μην ταυτίζεται απόλυτα με τις κεντρικές επιλογές του ΠΑΣΟΚ, αλλά παρόλα αυτά να μην εγκαταλείπει το άρμα της ΠΑΣΠ, για την εξυπηρέτηση των εσωτερικών συσχετισμών.

Σε αυτό το έδαφος εκτιμάμε ότι μέσα στο επόμενο χρονικό διάστημα, και με «προμαχώνες» τις σχολές στις οποίες αποτυπώνει ισχυρή δυναμική, η ΠΑΣΠ ενδέχεται να εμφανίσει σημάδια ανασυγκρότησης, σε συνδυασμό με την προσπάθεια ανασυγκρότησης του ΠΑΣΟΚ.

Β. Η επίσημη Αριστερά

Στις φετινές φοιτητικές εκλογές αποτυπώθηκε μία άνοδος των εκλογικών ποσοστών της αριστεράς, η οποία κυρίως εκφράστηκε μέσα από τα αποτελέσματα της ΠΚΣ (και δευτερευόντως των ΕΑΑΚ). Η άνοδος αυτή βέβαια είναι σαφώς «μικρότερη» από τη διεύρυνση της απεύθυνσης των δυνάμεων της αριστεράς σε κεντρικό επίπεδο και εμφανίζει και αυτή σημεία αντίφασης, τα οποία θα εξηγήσουμε παρακάτω.

Παράταξη

2013

2012

Μεταβολή

Ψήφοι

Ποσοστό %

Ψήφοι

Ποσοστό %

Ψήφοι

Ποσοστό %

ΠΚΣ

10813

15,64

9676

13,7

+1137

+1,94

ΑΡΕΝ

4566

6,6

5159

7,3

-593

-0,7

Πίνακας 3. Αποτελέσματα εκλογών ΠΚΣ – ΑΡΕΝ στα ΑΕΙ

Β1. Η ΠΚΣ

Οι δυνάμεις της ΠΚΣ – ΚΝΕ αναδεικνύονται ως ο μεγάλος νικητής των φετινών φοιτητικών εκλογών αποτυπώνοντας σημαντική άνοδο τόσο στα ΑΕΙ, όσο και στα ΤΕΙ, ανακόπτοντας τη διαρκή πτωτική πορεία που παρουσίαζε από το 2008 (μετά την κοινωνική έκρηξη του Δεκέμβρη) και μετά στα πανεπιστήμια. Η άνοδος αυτή προφανώς δεν «ακολουθεί» τη συρρίκνωση της δυναμικής του ΚΚΕ στις τελευταίες βουλευτικές εκλογές, καταδεικνύει όμως τη βαρύτητα που έδωσε το κόμμα στην πολιτική δουλειά στους χώρους της νεολαίας (ενδεχομένως και ως μελλοντικό αντιστάθμισμα της περεταίρω συρρίκνωσής του).

Αυτό φαίνεται κατά κύριο λόγο και από την στοχευμένη και συγκροτημένη παρέμβαση των μελών της ΚΝΕ στο εσωτερικό των σχολών, όπου από τη μία ανέδειξαν μία σειρά από ζητήματα καθημερινότητας μέσα στους Συλλόγους, κυρίαρχα στο κομμάτι της συρρικνωμένης φοιτητικής μέριμνας και στο κομμάτι της αντιπαράθεσης με το σχέδιο Αθηνά, και από την άλλη ξεδίπλωσαν όλο το πολιτικό τους σχέδιο για το φοιτητικό κίνημα και τους Συλλόγους (επιτροπές αγώνα, συνελεύσεις ετών, εκλογοαπολογιστικές συνελεύσεις και ορισμός ημερομηνιών φοιτητικών εκλογών από αυτές κλπ). Επέδειξαν, με αυτόν τον τρόπο, αναβαθμισμένα στοιχεία καθημερινής παρέμβασης στις σχολές, συγκριτικά με τα προηγούμενα χρόνια, όπου δεν αναδείκνυαν ή αναδείκνυαν επιφανειακά τις πτυχές τις εκπαιδευτικής αναδιάρθρωσης, αλλά περιορίζονταν σε μία ιδεολογικού τύπου παρέμβαση για τη γνώση και τη μόρφωση και καλούσαν το φοιτητή να βρεθεί αλληλέγγυος με τις «ταξικές» δυνάμεις του ΠΑΜΕ (χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει ότι τα στοιχεία αυτά απουσίασαν από την πολιτική παρέμβαση της ΠΚΣ τη φετινή χρονιά).

Τα παραπάνω ενίσχυσε η παρουσία και η στάση της ΠΚΣ στο εσωτερικό του φοιτητικού κινήματος στην αντιπαράθεση με το σχέδιο Αθηνά. Οι δυνάμεις της ΚΝΕ, εκμεταλλευόμενες τις ελλείψεις και τις αδυναμίες που παρουσίασαν τα ΕΑΑΚ στο κομμάτι του σχεδιασμού για το κίνημα, καθώς και τις ελλείψεις στο κομμάτι της πανελλαδικής δικτύωσής τους (κυρίως στα ΤΕΙ), αναδείχτηκαν ως σημαντικός πόλος της αντιπαράθεσης με το υπουργείο και την κυβερνητική πολιτική.

Παρά το γεγονός ότι η ΠΚΣ περιορίστηκε κατά κύριο λόγο σε μία κριτική απέναντι στις δυνάμεις που βρίσκονται στα αριστερά της και αξόνισε την παρέμβαση και την κριτική της σε μία λογική οριοθέτησης ως προς τις δυνάμεις των ΕΑΑΚ και της ΑΡΕΝ – αποφεύγοντας την οποιαδήποτε αντιπαράθεση, ακόμα και σε επίπεδο καταγγελιολογίας, με την παράταξη της κυβέρνησης, τη ΔΑΠ – κατάφερε να στοιχίσει πίσω από το πολιτικό της σχέδιο κομμάτια κόσμου που απεμπλέκονταν από τις καθεστωτικές παρατάξεις (και κυρίως την ΠΑΣΠ) ή κομμάτια του φοιτητικού σώματος που ήταν απομακρυσμένα από τις διαδικασίες των Συλλόγων και τις εκλογές (κυρίως στις σχολές που κινητοποιήθηκαν ενάντια στο σχέδιο Αθηνά).

B2. Η ΑΡΕΝ

Όσο για τα αποτελέσματα της ΑΡΕΝ σίγουρα θα πρέπει να σταθούμε στο γεγονός ότι αποτελεί τη μοναδική αριστερή παράταξη μέσα στα πανεπιστήμια η οποία παρουσιάζει πτώση στα εκλογικά της αποτελέσματα, παρά τη δεδομένη ανοδική πορεία του ΣΥΡΙΖΑ σε κεντρικό επίπεδο. Είναι γεγονός πώς η παράταξη της ΑΡΕΝ δεν έχει καταφέρει να καρπωθεί ούτε από την διεύρυνση της επιρροής του κομματικού της φορέα στην κοινωνία και ειδικά στα κομμάτια της νεολαίας (όπου ο ΣΥΡΙΖΑ άντλησε μεγάλο μερίδιο της καταγραφής του στις τελευταίες βουλευτικές εκλογές), ούτε και από το γενικότερο κλίμα αποστοίχισης από τις καθεστωτικές δυνάμεις. Μάλιστα, η αδυναμία αυτή γίνεται ακόμα πιο χαρακτηριστική, αν αναλογιστεί κανείς τη στροφή στον τρόπο συγκρότησης της ΑΡΕΝ τη φετινή χρονιά. Η ίδια εγκατέλειψε το προφίλ του «ανεξάρτητου αριστερού σχήματος» που προέβαλε τα προηγούμενα χρόνια (στη βάση της προσπάθειας διεμβόλισης του ακροατηρίου των ΕΑΑΚ), αναδεικνύοντας με πολύ πιο εμφανή τρόπο στα κείμενα, στις αφίσες της και στις πολιτικές της τοποθετήσεις στα αμφιθέατρα τη σχέση της και την αλληλοτροφοδότησή της με το ΣΥΡΙΖΑ.

Η αδυναμία αυτή σίγουρα μπορεί να ερμηνευτεί από τη λογική που διαπερνάει την πολιτική παρέμβαση της ΑΡΕΝ, αλλά και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που εμφανίζει η νεολαία μέσα στα πανεπιστήμια. Από τη μία, ο ακολουθητισμός που παραδοσιακά επιδεικνύει και η αδυναμία διαχωρισμού του από την πολιτική γραμμή των ΕΑΑΚ τον οριοθετούν απέναντι στα κινηματικά μπλοκ εντός των σχολών. Από την άλλη, ο καθωσπρεπισμός, η συνδιαχειριστική της λογική και η συνδιαλλαγή της σε αρκετές περιπτώσεις με κομμάτια του καθηγητικού μπλοκ (συνάπτοντας προνομιακές σχέσεις και συμμαχίες με αυτά τα κομμάτια), σε συνδυασμό με τα πολιτικά εργαλεία που χρησιμοποιεί ο ρεφορμισμός και ο αριστερός ευρωπαϊσμός, αδυνατούν να συγκροτήσουν μία μάχιμη πολιτική παρέμβαση που μπορεί να ηγεμονεύσει στο φοιτητικό κίνημα. Υπό αυτή την έννοια, τα πρωτόλεια στοιχεία ριζοσπαστισμού που αναδεικνύονται σε συγκεκριμένα κομμάτια του φοιτητικού σώματος (κομμάτια στα οποία απευθύνεται τόσο η ΑΡΕΝ, όσο και τα ΕΑΑΚ)– παρά τη στήριξη που μπορεί να δίνουν σε κεντρικό επίπεδο στο ΣΥΡΙΖΑ, στο εσωτερικό των σχολών εκφράζονται τελικά μέσω των σχημάτων, αποτέλεσμα και μιας ιστορικής συνέχειας (και συνέπειας) της παρέμβασής τους και του καταλυτικού ρόλου που έχουν παίξει στην συγκρότηση των φοιτητικών κινημάτων όλα τα προηγούμενα χρόνια.

Γ. Για τα αποτελέσματα των ΕΑΑΚ

Τα αποτελέσματα των ΕΑΑΚ στις φετινές φοιτητικές εκλογές μπορούν σε γενικές γραμμές να πάρουν ένα θετικό πρόσημο, καθότι κατάφεραν να αποτυπώσουν μία εκ νέου άνοδο στην καταγραφή των σχημάτων στο εσωτερικό των Συλλόγων, αλλά και να καταγραφούν στην πρώτη θέση σε μία σειρά από σχολές πανελλαδικά. Η άνοδος αυτό αποτυπώθηκε με πιο έντονο τρόπο στις πόλεις και στα ιδρύματα εκείνα στα οποία τα σχήματα συνολικά εμφανίζουν μία, έτσι κι αλλιώς, αυξημένη δυναμική, όπως στο ΕΚΠΑ (+3,63%) ή στο ΑΠΘ (+2,06%). Εξαίρεση στο παραπάνω αποτελεί το ΕΜΠ όπου το ποσοστό των ΕΑΑΚ μειώθηκε κατά 1,24%.

ΕΑΑΚ

2013

2012

Μεταβολή

Ψήφοι

Ποσοστό %

Ψήφοι

Ποσοστό %

Ψήφοι

Ποσοστό %

στα ΑΕΙ

9127

13,20

8521

12,06

+606

+1,14

στα ΤΕΙ

1037

5,88

-

-

-

-

Πίνακας 4. Αποτελέσματα εκλογών των ΕΑΑΚ στα ΑΕΙ και στα ΤΕΙ

Βέβαια σε καμία περίπτωση τα φετινά εκλογικά αποτελέσματα δεν μπορούν να ειδωθούν με διθυράμβους για τα ΕΑΑΚ. Και αυτό γιατί, μπορεί τα ΕΑΑΚ να αποτύπωσαν μία σχετική άνοδο, παρόλα αυτά δεν κατάφεραν να ανταποκριθούν στις δυνατότητες, τις ευκαιρίες και τις απαιτήσεις της περιόδου. Μπορεί να κατάφεραν με επιτυχία να επιβληθούν απέναντι στα ρεφορμιστικά σχέδια της ΑΡΕΝ σε μία σειρά από σχολές, δεν κατάφεραν όμως να στρατεύσουν ευρύτερο κόσμο των σχολών, ή κόσμο που μπορεί να απογοητεύεται/αποστρατεύεται από τις καθεστωτικές παρατάξεις, σε ένα διαφορετικό – στο δικό τους – πολιτικό σχέδιο. Κατά κύριο λόγο όμως, δεν κατάφεραν να αναδείξουν στην πλατεία πλειοψηφία του φοιτητικού σώματος τις αιχμές και τους εκφραστές της αναδιαρθρωτικής κίνησης του κράτους για τα πανεπιστήμια και τη νεολαία, και να αναδειχθούν ως ο κυρίαρχος πόλος έκφρασης των συμφερόντων των φοιτητών μέσα από τη σκοπιά, φυσικά, των ανυποχώρητων συλλογικών αγώνων και διεκδικήσεων. Έτσι, όχι μόνο δεν κατάφεραν να παίξουν έναν ηγεμονικό ρόλο στις κινητοποιήσεις ενάντια στο σχέδιο Αθηνά (κάτι το οποίο βέβαια επικαθορίστηκε και από αντικειμενικές δυσκολίες και από τις εσωτερικές αντιφάσεις των ΕΑΑΚ γύρω από το ζήτημα του σχεδιασμού), αλλά ούτε σε καθημερινό επίπεδο μέσα στις σχολές (ακόμα και μετά το βάρος της ήττας απέναντι στο νόμο Διαμαντοπούλου) κατάφεραν να περιγράψουν μία διαφορετική διέξοδο για τη νεολαία, εμπνέοντας ξανά την πίστη στους συλλογικούς αγώνες και ανακόπτοντας τη στροφή προς τον ατομικό δρόμο.

Ιδιαίτερα δε στο επίπεδο της αντιπαράθεσης με τις αναδιαρθρωτικές επιλογές της κυβέρνησης και των συμμάχων της μέσα στα πανεπιστήμια και του φοιτητικού κινήματος τα ΕΑΑΚ ξεδίπλωσαν μία σειρά από εσωτερικές αντιφάσεις και αδυναμίες οι οποίες αποκρυσταλλώθηκαν με χαρακτηριστικό τρόπο στις πρόσφατες κινητοποιήσεις απέναντι στο σχέδιο Αθηνά και στα αποτελέσματα των φοιτητικών εκλογών. Οι αντιφάσεις – αδυναμίες αυτές καταρχήν είχαν να κάνουν με την πολιτική γραμμή που υιοθέτησαν τα σχήματα. Από την μία, μία παρέμβαση, η οποία περιοριζόταν μονάχα στο ζήτημα του Αθηνά (στις σχολές που συγχωνεύονταν ή καταργούνταν), κατέληγε να ενισχύει τα συντεχνιακά ρεύματα στο εσωτερικό του φοιτητικού στρώματος (πχ «κινητοποιούμαι για να μην κλείσει η σχολή μου»), και δεν κατάφερνε να αναδείξει τη δεσπόζουσα πτυχή της αναδιάρθρωσης, δηλαδή την αναίρεση της εργασιακής και επαγγελματικής προοπτικής της νεολαίας συνολικά μέσα από μία σειρά σχεδίων και μεταρρυθμίσεων, συμπεριλαμβανομένου του σχεδίου δράσης για την απασχόληση των νέων. Από την άλλη, η παρότρυνση για κινητοποιήσεις αλληλεγγύης στους συλλόγους που πλήττονται, ή η έγκλιση για κινητοποιήσεις με τη λογική του «είμαστε ο επόμενος στόχος» δε θα μπορούσε ποτέ να στρατεύσει μαζικά κινητοποιούμενα μπλοκ μέσα στις σχολές, που δεν επηρεάζονταν με άμεσο τρόπο από το σχέδιο Αθηνά. Μία κατεύθυνση όξυνσης και κλιμάκωσης του φοιτητικού κινήματος για τα ΕΑΑΚ σε αυτές τις σχολές θα έπρεπε αναγκαστικά, λοιπόν, να περνάει μέσα από δύο σημεία. Πρώτον την ανάδειξη του ρόλου που έρχεται να παίξει το Αθηνά ακόμη και για τις σχολές που δεν κλείνουν ή συγχωνεύονται (απευθείας παρέμβαση του υπουργείου στα προγράμματα σπουδών και στα πτυχία, ρύθμιση του αριθμού των εισακτέων κλπ) και δεύτερον και κυριότερο, την αποκάλυψη της κεντρικής κατεύθυνσης της αναδιαρθρωτικής κίνησης του κράτους, αυτήν του τσακίσματος της επαγγελματικής και εργασιακή προοπτικής των αποφοίτων υπό το φόντο της αναδιάρθρωσης των σχέσεων εργασίας και της ένταξης του εργαζόμενου στην παραγωγική διαδικασία, όπως αυτή συντελείται σε κεντρικό επίπεδο.

Σε ένα δεύτερο επίπεδο, οι αντιφάσεις – αδυναμίες αυτές σχετίζονται και με το κατά πόσο τα ΕΑΑΚ κατάφεραν συντονισμένα να υλοποιήσουν ένα σχεδιασμό που από κοινού είχαν θεωρητικά χαράξει. Παρά τις αντικειμενικές δυσκολίες για την επίτευξη ενός σχεδίου σταδιακής κλιμάκωσης των κινητοποιήσεων (διαρκής αναβολή της ημερομηνίας κατάθεσης του νομοσχεδίου στην ολομέλεια της βουλής, αναδιπλώσεις του υπουργείου για το περιεχόμενο και τον τρόπο κατάθεσης – ψήφισης του σχεδίου, κ.ά.), ο ίδιος ο σχεδιασμός των ΕΑΑΚ, οι κινητοποιήσεις των συλλόγων, ο χαρακτήρας τους και οι διαδικασίες του κινήματος αποτέλεσαν αντικείμενο των τακτικισμών των διαφόρων αντιλήψεων των ΕΑΑΚ για την εξυπηρέτηση των μικροπολιτικών τους συμφερόντων και την επιβεβαίωση συσχετισμών, όχι στο πεδίο του κινήματος, αλλά στο εσωτερικό του ίδιου του δικτύου των σχημάτων. Οι λογικές αυτές, οδήγησαν τα σχήματα στο να υλοποιήσουν τελικά ένα σχεδιασμό με τεράστιες ταλαντεύσεις και αποκλίσεις, τους στέρησαν τη δυνατότητα να ηγεμονεύσουν με ένα ξεκάθαρο τρόπο στις κινητοποιήσεις και να σύρουν πίσω από το σχέδιό τους και τους Συλλόγους που κινητοποιούνταν κάτω από τα πλαίσια άλλων πολιτικών δυνάμεων (βλέπε κυρίως ΠΚΣ) ή «ανεξάρτητων» συντεχνιακών μορφωμάτων (ή έστω να επιχειρήσουν να αποκτήσουν με ένα πιο οργανωμένο τρόπο μία παρέμβαση στους Συλλόγους αυτούς), και κατάφεραν τέλος να δημιουργήσουν σύγχυση στον κόσμο των σχολών.

Τέλος, τα ελλιπή αντανακλαστικά που έχουν επιδείξει τα σχήματα σε μία σειρά από περιπτώσεις στο εσωτερικό των σχολών, σε συνδυασμό με την ολοένα και εντεινόμενη απεμπόληση δυναμικών πρακτικών και εργαλείων του παρελθόντος – όπως αυτά της καθημερινής σύγκρουσης με τα φαινόμενα καθηγητικής αυθαιρεσίας, της εντατικοποίησης και της πειθάρχησης, αλλά και της «ύπουλης» προσπάθειας εφαρμογής πτυχών της αναδιάρθρωσης μέσα από τις ίδιες τις διαδικασίες των τμημάτων ή/και τα προγράμματα σπουδών – ενισχύουν την αδυναμία των ΕΑΑΚ να εμπνεύσουν πλατιά κομμάτια κόσμου γύρω από το πολιτικό τους σχέδιο και να τα ριζοσπαστικοποιήσουν, ενώ την ίδια στιγμή παραχωρούν πολύτιμο έδαφος για την εφαρμογή της εκπαιδευτικής αναδιάρθρωσης. Εάν στα παραπάνω προσθέσει κανείς και την αδυναμία – πέρα από μεμονωμένες περιπτώσεις – αποτύπωσης συγκεκριμένων υλικών νικών στον εκάστοτε κοινωνικό χώρο (μία διαδικασία η οποία είναι βέβαια έτσι κι αλλιώς δύσκολη, άλλα όχι αδύνατη, στα πλαίσια της έντασης της επίθεσης που βιώνουμε σήμερα και της πλήρους αναίρεσης μίας σειράς από κεκτημένα και δικαιώματα), καταλαβαίνει γιατί τα ΕΑΑΚ δεν εκμεταλλεύτηκαν στο έπακρο τις δυνατότητες και τις ευκαιρίες της περιόδου, ώστε να αποτυπώσουν ένα μαζικό ρεύμα στο εσωτερικό του φοιτητικού σώματος, στις εκλογές, στις συνελεύσεις και στις κινητοποιήσεις της φετινής χρονιάς.

 

Δ. Η εκπαιδευτική αναδιάρθρωση, ο συσχετισμός δύναμης στο εσωτερικό του πανεπιστημίου και ο φοιτητικός συνδικαλισμός.

Δ1.Η τροπολογία Αρβανιτόπουλου είχε τα χαρακτηριστικά εξισορρόπησης των αντιφάσεων του καθηγητικού μπλοκ με την ταυτόχρονη σκληρή κατεύθυνση αποκλεισμού του φοιτητικού σώματος από τα όργανα διοίκησης. Ο καθορισμός του τρόπου εκλογής του ενός αντιπροσώπου - φοιτητή στα συμβούλια διοίκησης, καθώς και στα υπόλοιπα όργανα λήψης αποφάσεων, αποτελεί ανοιχτά παράκαμψη της ύπαρξης των φοιτητικών συλλόγων, άλλη μια συνταγματική εκτροπή (θεσμοθέτηση κανόνων εκλογής συνδικαλιστικών αντιπροσώπων, ορισμού «θεσμικού πλαισίου» για τις εσωτερικές διαδικασίες των φοιτητικών συλλόγων). Η ανάδειξη αντιπροσώπων με ηλεκτρονικές ψηφοφορίες σε όλα τα πανεπιστημιακά ιδρύματα, η ενσωμάτωση συγκλήτων και γενικών συνελεύσεων τμημάτων στον διάλογο με το υπουργείο για το σχέδιο «Αθηνά» (ακόμα και πολλών από τα τμήματα που πλήρως καταργούνται) υποδηλώνει, παράλληλα με τα υπόλοιπα, την κεντρική γραμμή του υπάρχοντος καθηγητικού κατεστημένου (πρόεδροι σχολών, συγκλήτων, κοσμητόρων) στο τρόπο ενσωμάτωσης και πόλωσής του με τις αναδυόμενες καθηγητικές συντεχνίες στις νέες θέσεις της καθηγητικής ιεραρχίας. Η συμμόρφωση στις επιταγές της αναδιάρθρωσης, είχε καρότο την τροπολογία Αρβανιτόπουλου, τις ευπροσάρμοστες γνωματεύσεις της ΑΔΙΠ (για μέρος των τροποποιήσεων του «Αθηνά») και μαστίγιο τον αποκλεισμό τους από οποιαδήποτε τύπου ανέλιξη ή και καθαίρεσή τους (διορίες εκλογής συμβουλίων διοίκησης).

Τα παραπάνω αποτυπώνονται με πολύ γλαφυρό τρόπο στην ηλεκτρονική ψηφοφορία και στις απειλές μηνύσεων από τα υπάρχοντα διοικητικά όργανα (πρυτανείες, πρόεδροι) σε όποιον συλλογικό φορέα επιδιώξει να τις μπλοκάρει, στην συνεργασία των παραπάνω με την αστυνομία και τις εισαγγελικές αρχές (για συντεταγμένες άρσεις ασύλου και συλλήψεις φοιτητών κι εργαζομένων), την συνεργασία με τις καθεστωτικές παρατάξεις που άνοιξε τον δρόμο ακόμα και για την χρησιμοποίηση του παρακράτους (πρόεδρος ΤΕΙ Πάτρας με ΠΑΣΠ, ΤΕΙ Θεσσαλονίκης με ΔΑΠ- ΝΔΦΚ). Σε κομμάτια του καθηγητικού μπλοκ, υποδεέστερα στην ιεραρχία, απουσία συγκροτημένου συλλογικού εκβιασμού από μεριάς φοιτητικού κινήματος, αμβλύνονται οι αντιθέσεις τους με το υπουργείο στην βάση μιας ατομικής διαπραγμάτευσης της ανέλιξής τους (επίκουροι, λέκτορες). Εδώ βέβαια θα πρέπει να συμπληρωθεί ότι όπου υπήρξαν αντιστάσεις και κινητοποιήσεις από τους φοιτητικούς συλλόγους η πόλωση των συγκεκριμένων κομματιών (ωρομίσθιοι) με την γραμμή του κινήματος άνοιξε την πόρτα  μιας εν δυνάμει πιο «προνομιακής» σχέσης  διακριτών κοινωνικών στρωμάτων εντός των Πανεπιστημίων.

Δ2.Τα χαρακτηριστικά της νεολαίας, όπως και περιγράφηκε παραπάνω, φέρουν τη σφραγίδα της αντίφασης του ότι ενώ η αναδιάρθρωση βαθαίνει εντός των πανεπιστημίων, λόγω των διαδικασιών του κινήματος έχει καθυστερήσει σημαντικά η υλοποίηση της και αυτό το άθροισμα κοινωνικών πρακτικών που επιβάλλεται από την παραπάνω κατάσταση είναι αυτό που έχει διαμορφώσει μια συγκεκριμένη μαζική «ιδεολογική» ταυτότητα στη φοιτητική νεολαία. Τόσο τα στοιχεία της ήττας των φοιτητικών κινημάτων, αλλά και το σπέρμα της μαζικής αντίστασης και αμφισβήτησης που συγκροτήθηκε στο πρόσφατο παρελθόν απ την γραμμή μαζών, διαμόρφωσε τη σημερινή φοιτητική νεολαία η οποία στο σήμερα δοκιμάζεται σε ένα κοινωνικά δύσκολο περιβάλλον όπου η πολιτική συγκυρία διαπερνά κάθετα τα κομμάτια της νεολαίας με χαρακτηριστικά:

• την απειλή προλεταριοποίησης μεγάλων κομματιών (φτώχια, επιβιωτισμός)

• την αμφισβήτηση της συλλογικής δράσης σαν τρόπο διατήρησης ή βελτίωσης των υλικών όρων ένταξης στον καταμερισμό εργασίας.

• την αυταρχικοποίηση των κρατικών μηχανισμών αναπαραγωγής (εκπαίδευση) σε μια πολλές φορές εξ αντανακλάσεως (δηλαδή όχι στη βάση ενός κεκτημένου συσχετισμού δύναμης προς όφελος του κεφαλαίου στο ιδεολογικό και πολιτικό επίπεδο) βίαιη εναλλαγή ακροδεξιών ιδεολογημάτων και κοινωνικών πρακτικών,  με τα ιδεολογήματα του επιστημονισμού, της ανάπτυξης, της ατομικής ανέλιξης.

Η όξυνση των αντιθέσεων προκύπτει:

• από την αδυναμία  οικονομικής ανάκαμψης, άρα και επιδείνωση των υλικών όρων διαβίωσης

• από την περαιτέρω αυταρχικοποίηση όλων των ιδεολογικών μηχανισμών και των μηχανισμών κρατικής εξουσίας.

• από την προοπτική συλλογικής νικηφόρας διεκδίκησης του τρόπου ένταξης στον παραγωγικό και κοινωνικό ιστό (όχι με την έννοια υποτελούς επαναδιαπραγμάτευσης των ατομικών όρων, αλλά με τον μετασχηματισμό αυτού στην βάση του συλλογικού εργαζόμενου, στην προοπτική ενός άλλου κοινωνικού μοντέλου)

Δ3.Οι κατευθύνσεις της εκπαιδευτικής αναδιάρθρωσης έχουν να κάνουν με την εμπέδωση της στροφής στο τεχνοκρατικό μοντέλο του Πανεπιστημίου. Οι κυρίαρχες επιδιώξεις του αστικού μπλοκ εξουσίας οφείλουν μια σημαντική τομή στον κρατικό μηχανισμό αναπαραγωγής, την εκπαίδευση, καθώς έτσι μπορεί προοπτικά να υπάρξει σταθεροποίηση πολιτικού σκηνικού, στην βάση ενός αντιδραστικότερου ιδεολογικού και πολιτικού συσχετισμού δύναμης, μαζί με την υποβάθμιση πλατιών κοινωνικών στρωμάτων στον κοινωνικό καταμερισμό εργασίας με βάση την αλλαγή στις παραγωγικές σχέσεις μέσα από την αναίρεση των συμβιβασμών .

Η ανάγκη ιδεολογικοποίησης (γείωσης στη συλλογική συνείδηση) της διάρρηξης του σημαντικότερου υλικού συμβιβασμού της μεταπολίτευσης (αυτού με την μικροαστική τεχνική διανόηση) πρέπει να μεταλλάξει τις αποτυπώσεις αυτού του συμβιβασμού έτσι ώστε:

• να καταργήσει την αναγνώριση δικαιώματος συλλογικής διαπραγμάτευσης της ένταξής των αποφοίτων στην παραγωγή λόγω της έμπρακτης αλλαγής του τρόπου κατανομής των αποφοίτων (στο βαθμό που τα επαγγελματικά δικαιώματα, οι συλλογικές και κλαδικές συμβάσεις εργασίας από καιρό παρακάμπτονται εξαιτίας της εκτόξευσης της ανεργίας κ.α)

• να κατακερματίσει τη νεολαία, διαιρώντας τη σε ακόμα περισσότερα υποσύνολα - προοπτική εδραίωσης ενός νέου συμβιβασμού με μια μικρότερη «αριστοκρατεία»  υλικά και ιδεολογικά ενταγμένη στο νέο μοντέλο (στο πρόταγμα της ανάπτυξης).

Ειδικότερα για την επαγγελματική εκπαίδευση και τα Πανεπιστήμια, οι μεταρρυθμίσεις θα πρέπει να κινηθούν σε κατεύθυνση παραγωγικοποίησης του Πανεπιστημίου, κανονικοποίησης των εκπαιδευτικών εκροών, αυταρχικοποίησης του Πανεπιστημίου (με κατεύθυνση διάλυσης του Δημόσιου χαρακτήρα του και του φοιτητικού συνδικαλισμού), κατάτμησης της νεολαίας σε περισσότερα υποσύνολα, αλλαγής του τρόπου και των όρων εισαγωγής στην τριτοβάθμια στην κατεύθυνση «απομαζικοποίησης» του πανεπιστημίου (ως ενιαίου σχετικά υποσυνόλου νεολαίας). Γι' αυτό η τρικομματική ετοιμάζει νέους νόμους και για το Γενικό και Τεχνολογικό Λύκειο, με στόχο την ένταση των ταξικών και εξεταστικών φραγμών για να προκύπτει ένα φτηνό και ευέλικτο δυναμικό χωρίς καμία κατοχύρωση, μετατρέπουν το σχολείο σε πάροχο πληροφοριών και δεξιοτήτων χωρίς αντίκρισμα.

Δ4.Η ίδια η αναγκαιότητα συγκρότησης φοιτητικών συλλόγων εκκινεί ιστορικά απ τη διαδικασία υλικής διεκδίκησης των όρων ένταξης στον παραγωγικό και κοινωνικό ιστό με χαρακτηριστικά πολιτικής συγκρότησης των μαζών (αντιπαραθετικά με το κεφαλαίο), ηγεμονευόμενα κιόλας από αντιλήψεις και ρεύματα του κομμουνιστικού κινήματος. Οι μεταλλάξεις του φοιτητικού συνδικαλισμού από τα ρεύματα ενσωμάτωσης στις κατευθύνσεις αποδόμησης, ακολούθησαν την κατεύθυνση ανάσχεσης τις ριζοσπαστικοποίησης των μαζών (παρακαταθήκη του φοιτητικού κινήματος 06-07), αυταρχικοποίησης του πανεπιστημίου, τέλος, ποινικοποίησης «νομιμοποιημένων» πολιτικών πρακτικών του φοιτητικού κινήματος.

Τα φαινόμενα απονέκρωσης του συνδικαλισμού, σε κατά τόπους σχολές, θυμίζουν τα λόγια του Μάο, «όπου δε φτάνει η σκούπα, μένει η σκόνη».

Η υλική και ιδεολογική τρομοκρατία πίπτει πάνω στις γραμμές των σχημάτων και κατ’ επέκταση των οργανωμένων αντιλήψεων των ΕΑΑΚ και με διαλεκτικό τρόπο πράξης και θεωρίας καμουφλάρει τον φόβο και την ήττα από τη μία στη γυάλα του «θεωρητικού αριστερισμού» (στους δύσκολα μεταβαλλόμενους συσχετισμούς, νεωτερισμοί νέων οργάνων), και από την άλλη, στην ενσωμάτωση της ήττας από μια μετωπική σύγκρουση (ανέφικτες υλικές νίκες, πολιτικός αμιγώς αγώνας, «υπεύθυνη δύναμη της Αριστεράς»). Η κρίση του φοιτητικού συνδικαλισμού αντανακλάται στα ΕΑΑΚ α) στην αντιπαράθεση αμιγώς πολιτικής πλατφόρμας με πλατφόρμα β) στην φυσιογνωμία ιμάντα μεταφοράς «γραμμής» (χωρίς δοκιμή της στις μάζες με συγκεκριμένη πολιτική πρακτική) γ) στην αντιπαράθεση στεγανοποιημένων μπλοκ πολιτικής νεολαίας και όχι στην έγκλιση για την γραμμή του κινήματος.

Οι κινητοποιήσεις για το σχέδιο «Αθηνά» και οι αδυναμίες συγκρότησης των μαζών γύρω από ένα νικηφόρο πολιτικό σχέδιο, σίγουρα δεν ερμηνεύονται με έναν απλό τρόπο, ωστόσο οι καμπές, η εξέλιξη και το κλείσιμο των κινητοποιήσεων δείχνουν για τα ΕΑΑΚ διαφορετικούς πολιτικούς σχεδιασμούς, αντιλήψεις και προθέσεις για το φοιτητικό κίνημα και τον φοιτητικό συνδικαλισμό. Η άντληση πολιτικής υπεραξίας και η αναγνώριση των ΕΑΑΚ σαν «κινηματική πρωτοπορία» είναι ο μπούσουλας χάραξης σχεδιασμού που ακόμα και στις αντικειμενικές αδυναμίες όξυνσης του κινήματος, δεν βλέπει ανάγκη συγκρότησης όρων, αλλά πολιτικό κόστος.

Στα παραπάνω πλαίσια εντάσσονται τα κεντρικά συντονιστικά φιέστα (γενικών συνελεύσεων και όχι καταλήψεων), όπως και η απουσία ολόκληρων οργανώσεων από κινητοποιήσεις ή η στάση διαφόρων σχημάτων, που δεν όρισαν καν συνελεύσεις για το διάστημα των κινητοποιήσεων. Το σχέδιο του ΝΑΡ και το σχέδιο της ΑΡΑΝ για τον φοιτητικό συνδικαλισμό δεν είναι κατ’ ανάγκη αντιπαραθετικά μεταξύ τους (όπως και οι κόκκινες επιτροπές αγώνα της ΚΝΕ και το ΜΑΣ καταγγέλλουν τις άμαζες γενικές συνελεύσεις και ταυτόχρονα θέλουν «ανασυγκρότηση» της ΕΦΕΕ). Οι αιρετοί και ανακλητοί αντιπρόσωποι των κόκκινων οργάνων και οι απόπειρες γραφειοκρατικοποίησης  (συγκρότηση ΕΣΥΦ προτείνει η ΔΑΠ, ΕΦΕΕ η ΠΑΣΠ, ΑΡΕΝ και ΠΚΣ) από διαφορετικές πολιτικές αφετηρίες και σκοπούς, είτε εξυπηρετούν είτε καταλήγουν de facto στην αδυναμία εμπλοκής των φοιτητών σε μια μαζική κοινωνική και πολιτική πρακτική ανάσχεσης της επίθεσης. Ειδικότερα η συγκρότηση πολιτικού πανσπουδαστικού συνεδρίου της ΕΦΕΕ θα σήμαινε:

>σταθεροποίηση της ομαλότητας- καθολική καταγραφή και αναγνώριση αποτελεσμάτων (άρα και κατοχύρωση κεντρικού πολιτικού λόγου και >πολιτική ύπαρξης των ΕΑΑΚ και των οργανώσεών τους).

>άνοιγμα του δρόμου ξεχωριστού βηματισμού των «μαύρων» και «κόκκινων» συλλόγων.

>εσωτερίκευση της αποδιάρθρωσης σε (ενδιάμεσου βηματισμού) συλλόγους ελέω της κεντρικής διαπραγμάτευσης της ΕΦΕΕ με την ήττα.

 

Ε. Συμπεράσματα – για τις δυνατότητες και την προοπτική της επόμενης μέρας

Παρά τις ταλαντεύσεις οι οποίες αποτυπώθηκαν κατά τη διάρκεια των πρόσφατων κινητοποιήσεων ενάντια στο σχέδιο Αθηνά, οι κινητοποιήσεις των φοιτητών κατάφεραν να ασκήσουν πιέσεις στο υπουργείο. Η ψήφιση εν τέλει της τροπολογίας του νόμου Διαμαντοπούλου από τη βουλή (η οποία επιτρέπει στο υπουργείο την απευθείας παρέμβαση στα προγράμματα σπουδών των σχολών και στον αριθμό των εισακτέων μέσω προεδρικών διαταγμάτων), αν και φέρνει σε θέση ισχύος την κυβέρνηση, δε σηματοδοτεί σε καμία περίπτωση την ήττα του φοιτητικού κινήματος. Η αντιπαράθεση περνάει πλέον στο εσωτερικό των σχολών. Τα σχήματα των ΕΑΑΚ οφείλουν να ξεπεράσουν λογικές διαχείρισης της ήττας και ενσωμάτωσης της ηττοπάθειας (οι οποίες πέρα από μία λαθεμένη πολιτική παρέμβαση στο εσωτερικό των συλλόγων καταλήγουν και σε μία εντελώς διαφορετική φυσιογνωμία για το ίδιο το μόρφωμα, όπως αυτή έχει αποτυπωθεί σε μία σειρά από προτάσεις των διαφόρων αντιλήψεων τα τελευταία χρόνια), να κρατήσουν με κάθε τρόπο ζωντανές τις διαδικασίες των συλλόγων και να διατηρήσουν ψηλά τους τόνους της αντιπαράθεσης με τους συμμάχους της κυβέρνησης στο εσωτερικό των πανεπιστημίων (καθεστωτικές παρατάξεις – μερίδες του καθηγητικού μπλοκ), διατηρώντας με αυτό τον τρόπο τα κινηματικά μπλοκ που συγκροτήθηκαν μέσα στις σχολές όλο το προηγούμενο χρονικό διάστημα.

Ε1.Οι φετινές φοιτητικές εκλογές όπως και αναλύθηκε παραπάνω, φέρουν σημάδια και αποτυπώσεις της κλιμακούμενης επίθεσης του κεφαλαίου στο λαϊκό κίνημα. Η κατάρρευση του πολιτικού φορέα της σοσιαλδημοκρατίας, η διάρρηξη των σχέσεων εκπροσώπησης κοινωνικών μπλοκ στο συνασπισμό εξουσίας, η αυταρχικοποίηση του κράτους, δεν μεταφέρονται με έναν γραμμικό και μονοσήμαντο τρόπο στο εσωτερικό του συνδικαλιστικού μηχανισμού.Παρόλα αυτά, τα διάφορα ρεύματα που συγκροτούνται στο εσωτερικό της νεολαίας, καθώς και οι μεταβολές στα χαρακτηριστικά της, βρίσκονται σε συνάρτηση με τις κοινωνικές προσλαμβάνουσες και την καθημερινότητα που ο νεολαίος βιώνει. Στη συγκυρία της οικονομικής κρίσης και της εμβάθυνσης της επίθεσης στα λαϊκά στρώματα οξύνεται η τάση επιβιωτισμού ακόμα και για κομμάτια της νεολαίας. Οι συνεχές περικοπές στο οικογενειακό εισόδημα καθώς και το ευρύτερο κλίμα ανασφάλειας οδηγούν σε μία κατάσταση εντεινόμενων πιέσεων από τον μηχανισμό της οικογένειας, η οποία βέβαια διαπερνά σε διαφορετική έκταση και με διαφορετική ένταση το φοιτητικό σώμα. Αυτές οι πιέσεις, σε συνδυασμό με τα αδιέξοδα που δημιουργεί η κρίση και την αβέβαιη εργασιακή προοπτική όπως αυτή διαμορφώνεται στο σήμερα (υψηλά ποσοστά ανεργίας, κλπ) μετουσιώνονται σε συγκεκριμένες πρακτικές από κομμάτι των φοιτητών, στις προσπάθειες για γρήγορη λήψη πτυχίου και έξοδο στην αγορά εργασίας ή ακόμα και στον αυξανόμενο αριθμό φοιτητών που εργάζονται, με σκοπό να απαλλάξουν την οικογένεια από πρόσθετες οικονομικές δαπάνες ή για να καλύψουν βασικές τους ανάγκες. Τα παραπάνω οδηγούν στην ενίσχυση των ρευμάτων του επιστημονισμού, του καριερισμού και της «ατομικής επιβίωσης», τα οποία έτσι κι αλλιώς τροφοδοτούνται από τα ιδεολογήματα της κοινωνικής ανέλιξης και της αξιοκρατίας που αναπαράγονται από τον ίδιο τον εκπαιδευτικό μηχανισμό και την κυρίαρχη ιδεολογία. Οι πιέσεις αυτές οδηγούν στην πλήρη εντατικοποίηση και εξατομίκευση των φοιτητών και σε μία διαδικασία που έχουμε περιγράψει ως «επιστροφή στα αμφιθέατρα», διαδικασία που ενισχύεται από μερίδες του καθηγητικού μπλοκ και από την αδυναμία ή σε πολλές φορές την «αμέλεια» των ΕΑΑΚ να αναχαιτήσουν αυτή την κατεύθυνση. Ανεξάρτητα από τα παραπάνω τα ρεύματα αυτά υπήρχαν και θα συνεχίσουν να υπάρχουν στο εσωτερικό του πανεπιστημίου και θα αναζητούν πολιτικό εκφραστή, ο οποίος μπορεί να είναι είτε η παράταξη της ΔΑΠ, είτε «ανεξάρτητα» μορφώματα. Παρά ταύτα, είναι χρέος των σχημάτων να επιδιώκουν να περιορίζουν την έκφραση και πολλώ δε μάλλον τη μαζικοποίηση αυτών των ρευμάτων.

Ε2.Το παραπάνω δεν θα μπορούσε να είναι όμως το μοναδικό ρεύμα το οποίο αποτυπώνεται τη δεδομένη χρονική περίοδο στο εσωτερικό των σχολών. Οι βίαιες αναδιαρθρωτικές τομές της κυβέρνησης τόσο στα πανεπιστήμια, όσο και στην εργασία, καθώς και η αναίρεση μίας σειράς από συμβιβασμούς των προηγούμενων χρόνων έχει οδηγήσει, σε ένα δεύτερο επίπεδο, στην αμφισβήτηση της κυρίαρχης ιδεολογίας από κομμάτια του φοιτητικού σώματος. Τα κομμάτια αυτά μπορεί να μην στρατεύονται με έναν ευθύγραμμο τρόπο πίσω από την πολιτική λογική των ΕΑΑΚ και να εντάσσονται στα κινηματικά μπλοκ εντός των Συλλόγων, σίγουρα όμως μπορεί να εμφανίζουν τάσεις ρήξης και σύγκρουσης με τις κατευθύνσεις του αστικού συνασπισμού εξουσίας και πρωτόλεια ριζοσπαστικά χαρακτηριστικά. Τα σχήματα θα πρέπει να αναδράσουν με αυτά τα κομμάτια και να αποκτήσουν σχέσεις πολιτικής εμπιστοσύνης μαζί τους επιχειρώντας να τα εντάξουν στο δρόμο του συλλογικού αγώνα.

Ε3.Η αμφισβήτηση της κυρίαρχης ιδεολογίας και των εκφραστών της μέσα στα πανεπιστήμια μπορεί, όμως, να αποκτάει και μία διαφορετική όψη. Αυτήν της γενικότερης απαξίωσης των πολιτικών διαδικασιών και της καταγγελίας – αποστροφής προς οποιοδήποτε πολιτικό μόρφωμα μέσα στους Συλλόγους. Η λογική αυτή, η οποία σαφώς και τροφοδοτείται από το αντίστοιχο κλίμα που επικρατεί ευρύτερα στην κοινωνία (αποτέλεσμα της ρήξης των σχέσεων πολιτικής εκπροσώπησης από τα μεγάλα αστικά κόμματα και της αποστοίχισης μεγάλων κομματιών της κοινωνίας από τους αστικούς μηχανισμούς εκπροσώπησης) καταλήγει στις περισσότερες περιπτώσεις στην αποχή από τις εκλογές, και συνολικά από τις διαδικασίες των Συλλόγων, ή στη δημιουργία «ανεξάρτητων» μορφωμάτων με φιλελεύθερα – δεξιά – συντεχνιακά χαρακτηριστικά. Τέτοιου τύπου μορφώματα μάλλον είχαν την «τιμητική» τους στις φετινές φοιτητικές εκλογές. Τέλος, οι παραπάνω λογικές – όταν αυτές δεν ενσωματώνονται από την παρέμβαση της ΔΑΠ στους διάφορους κοινωνικούς χώρους ή ενδεχομένως παλαιότερα της ΠΚΣ – αγκαλιάζονται και από τα κομμάτια εκείνα του επιστημονισμού. Η έλλειψη συγκροτημένης παρέμβασης από τα σχήματα των ΕΑΑΚ και η αδυναμία τους να ανακόψουν αυτά τα χαρακτηριστικά έχει άμεση αντανάκλαση και στη συμμετοχή στις συλλογικές διαδικασίες, από τις γενικές συνελεύσεις μέχρι και τις εκλογές (όπου η συμμετοχή για πολλοστή συνεχόμενη χρονιά μειώνεται), καθώς και στα φοιτητικά μπλοκ στις κινητοποιήσεις.

Ε4.Η επιτυχής αντιπαράθεση των ΕΑΑΚ με τις λογικές που περιγράφονται παραπάνω, αναπόφευκτα περνάει μέσα από μία διαδικασία τόνωσης των συλλογικών διαδικασιών και της πίστης στο ότι οι συλλογικοί αγώνες μπορούν να έχουν αποτελέσματα. Αυτό θα πρέπει να αποτελεί βασικό πυλώνα της παρέμβασης των σχημάτων για το επόμενο χρονικό διάστημα. Μπορεί το περιθώριο για δυναμικές διεκδικήσεις από πλευράς φοιτητών, στην παρούσα χρονική περίοδο να είναι μικρό, εντούτοις στις μάχες που θα προκύψουν σίγουρα το επόμενο χρονικό διάστημα στο εσωτερικό των σχολών για την αναχαίτιση της εφαρμογής όψεων της αναδιάρθρωσης (διαγραφές τον Σεπτέμβρη όσων αιωνίων δεν έχουν επανεγγραφεί, αλλαγές προγραμμάτων σπουδών στην βάση των δύο κύκλων σπουδών, εξαντλητικά εντατικοί όροι σπουδών, αυταρχικοποίηση των εσωτερικών κανονισμών λειτουργίας, άσυλο, καταστολή) τα ΕΑΑΚ θα πρέπει να τους προσδώσουν όσο πιο μαζικά, διευρυμένα και δυναμικά χαρακτηριστικά γίνεται.

Ε5.Επιπλέον τα ΕΑΑΚ οφείλουν να επανακατοχυρώσουν τη φοιτητική συμμετοχή και τη δυνατότητα παρέμβασης των συλλόγων στα όργανα λήψης αποφάσεων των ιδρυμάτων, η οποία τείνει να αναιρεθεί από την εφαρμογή των αναδιαρθρώσεων σε μία σειρά από σχολές. Το τελευταίο είναι ιδιαίτερα σημαντικό στο βαθμό που οι επιχειρούμενες μεταρρυθμίσεις θα περάσουν και μέσα από τις διαδικασίες των τμημάτων και κυρίως των κοσμητειών. Η διαμόρφωση μίας πολιτικής γραμμής που θα καταφέρνει να αναδεικνύει το στρατηγικό στόχο της αναδιάρθρωσης, να συνδέει το ειδικό με το γενικό πολιτικό, σε συνδυασμό με μία πολιτική παρέμβαση που θα γειώνει αυτή τη γραμμή και θα την κάνει κτήμα του κόσμου των σχολών, καθώς και θα διασφαλίζει τα υλικά συμφέροντα των φοιτητών, κρίνεται στο σήμερα ως επιτακτική ανάγκη για την επόμενη ημέρα του φοιτητικού κινήματος.

Ε6.Οι αλλεπάλληλες διασπάσεις μιας σειράς σχημάτων πανελλαδικά, στις οποίες ήρθε να προστεθεί και η διάσπαση του σχήματος στο ΠΑ.ΠΕΙ. τη φετινή χρονιά, γίνεται πλέον πιο ξεκάθαρο από ποτέ ότι έχει στοιχίσει στη πολιτική παρέμβαση των ΕΑΑΚ και στην εκλογική καταγραφή τους στους αντίστοιχους Συλλόγους. Σε μία εποχή όπου η ευρύτερη συσπείρωση δυνάμεων στη κατεύθυνση της σύγκρουσης με την αναδιαρθρωτική πολιτική και της υπεράσπισης των δικαιωμάτων των πληττόμενων κοινωνικών στρωμάτων ή κατηγοριών είναι επιβεβλημένη, η εύκολη επιλογή της οριοθέτησης απέναντι στον «εσωτερικό εχθρό» ή τη διαφωνία είναι χρεοκοπημένη. Σε αυτό το επίπεδο η πολιτική πρωτοβουλία, την οποία πήραμε, για τα καταρχήν κοινά εκλογικά κατεβάσματα των σχημάτων και την εκκίνηση διαδικασιών επίλυσης των αντιθέσεων με στόχο την μακροπρόθεσμη πολιτική τους ενοποίηση (ώστε να μπορούν να παράγουν καλύτερα αποτελέσματα στους Συλλόγους που παρεμβαίνουν), κρίνεται και εκ του αποτελέσματος θετική. Τα ΕΑΑΚ, λοιπόν, θα πρέπει να ξεπεράσουν τις παθογένειες του παρελθόντος και συγκεκριμένες αντιλήψεις εντός του δικτύου να αποτινάξουν τις μυωπικές λογικές που υιοθετούν για την ικανοποίηση εσωτερικών συσχετισμών εντός των ΕΑΑΚ σε ορισμένους κοινωνικούς χώρους, και η διαδικασία αυτή της πολιτικής ενοποίησης των διασπασμένων σχημάτων να προχωρήσει το αμέσως επόμενο χρονικό διάστημα. 

book-128Περιοδικό

ΑΡΙΣΤΕΡΗ ΑΝΑΤΡΟΠΗ 

periodika

posterΑφίσες

afises

video-playΒίντεο

video

tetradia-marxismou small