Η συγκυρία που διανύουμε χαρακτηρίζεται έντονα από την εμβάθυνση της συνολικής επίθεσης, όπως αυτή εκφράζεται από την συγκυβέρνηση που προέκυψε από τις πρόσφατες βουλευτικές εκλογές, απέναντι σε πλατιά λαϊκά στρώματα. Στο σήμερα, ο αστικός συνασπισμός εξουσίας επιχειρεί την πλήρη μεταβολή του συσχετισμού δύναμης σε οικονομικό και  κοινωνικό επίπεδο, με τον συνολικό μετασχηματισμό του καθεστώτος συσσώρευσης στην Ελλάδα, μέσω της αναίρεσης όλων των συμβιβασμών της περιόδου της σοσιαλδημοκρατίας και του νεοφιλελευθερισμού, και με την συνεχή μείωση του κόστους ζωντανής εργασίας, με την εντεινόμενη ελαστικοποίηση των εργασιακών σχέσεων και με την περαιτέρω αποδιάρθρωση πολιτικών και συνδικαλιστικών πρακτικών (υπό την πίεση της ανεργίας και τον φόβο απόλυσης, του εργοδοτικού δεσποτισμού και του μειωμένου κόστους εργασίας).

Αναδιάρθρωση και νόμος 4009/4076

Σήμερα όπου οξύνεται η ένταση της επίθεσης στο επίπεδο της εργασίας, εντείνεται παράλληλα η επίθεση και στο χώρο της εκπαίδευσης. Η στοχοποίηση του δημοσίου πανεπιστημίου δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως μεμονωμένη και αυτούσια πολιτική κίνηση, καθώς εντάσσεται σε ένα πιο ευρύ πλαίσιο. Ο συγκεκριμένος νόμος για την λειτουργία και τη δομή του δημοσίου πανεπιστημίου, από την μία συμπληρώνει και δίνει μία συνέχεια σε νόμους και πολιτικές κατευθύνσεις του παρελθόντος (Ε.Π.Π., νόμος για την αξιολόγηση κλπ) και παράλληλα αποτελεί την εξειδίκευση και την ολοκλήρωση των ευρωπαϊκών κατευθύνσεων (Μπολόνια) στον εκπαιδευτικό μηχανισμό. Πιο συγκεκριμένα, έρχεται σε μία περίοδο οικονομικής κρίσης να εγχαράξει αυτά τα χαρακτηριστικά στον μελλοντικό απόφοιτο-εργαζόμενο, ώστε να ανταποκρίνεται και να ενσωματώνει τη νέα εργασιακή πραγματικότητα. Έρχεται να διαμορφώσει έναν εργαζόμενο πλήρως πειθαρχημένο, άμεσα εκμεταλλεύσιμο και αναλώσιμο, επαγγελματικά και εργασιακά ακατοχύρωτο, που θα εμπεδώνει τις ευρύτερες εργασιακές μεταρρυθμίσεις και χωρίς αντιστάσεις θα ενσωματώνει το κάθε μνημόνιο, την εργοδοτική τρομοκρατία και το κάθε σχέδιο πρώτης απασχόλησης για την νεολαία των 560 ευρώ, σε περίπτωση που μπορεί να βρεί δουλειά.

 Ο τρόπος με τον οποίο ψηφίστηκε τόσο ο αρχικός νόμος, όσο και οι τροποποιήσεις, δηλαδή με διαδικασίες fasttrack, δεν είναι τυχαίος. Αντίθετα, αποδεικνύει την συνολικότερη στρατηγική του αστικού συνασπισμού εξουσίας, τόσο για τη ψήφιση και την εφαρμογή των αναδιαρθρώσεων στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, όσο και για τον σκοπό αυτών των αλλαγών. Ταυτόχρονα, η επιθετικότητα των διατάξεων του νόμου και η αποφασιστικότητα που επιδεικνύει η κυβέρνηση στην εφαρμογή του, ακόμα και χωρίς ουσιαστικές συμμαχίες εντός των πανεπιστημίων και παρακάμπτοντας τις αντιδράσεις του συνόλου των φορέων της πανεπιστημιακής κοινότητας, αποδεικνύει την επιτακτική σημασία – αναγκαιότητα αυτών των αλλαγών. Αλλαγές που στοχεύουν στη δημιουργία ενός νέου τοπίου εντός των πανεπιστημίων και στη ριζική αλλαγή των χαρακτηριστικών με τα οποία συγκροτείται η νεολαία σήμερα.

Παράλληλα, ο νόμος προσπαθεί να επιλύσει εγγενείς αντιφάσεις του εκπαιδευτικού μηχανισμού. Πρώτη και χαρακτηριστική αντίφαση του εκπαιδευτικού μηχανισμού αποτελεί η λεγόμενη κατανεμητική αστάθεια, δηλαδή η αδυναμία του εκπαιδευτικού μηχανισμού να κατανείμει τους αποφοίτους ανάλογα με τις απαιτήσεις του τεχνικού και κοινωνικού καταμερισμού εργασίας. Η αντίφαση αυτή, που δημιουργείται στην λειτουργία του πανεπιστημίου ως κατανεμητικός μηχανισμός, έρχεται να αμβλυνθεί είτε μέσω του εξορθολογισμού των εκροών της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης προς την παραγωγική διαδικασία (διαγραφές φοιτητών, πειθαρχικά συμβούλια), είτε μέσω της μείωσης των εισροών (αναδιαρθρώσεις στην 2βάθμια και περιορισμός εισακτέων), είτε μέσω της διάλυσης των ενιαίων πτυχίων με τα επαγγελματικά και εργασιακά δικαιώματα που αυτά κατοχυρώνουν και της εισαγωγής πολλαπλών και ταχύρρυθμων προγραμμάτων σπουδών, που οδηγούν στην δημιουργία αποφοίτων πολλών ταχυτήτων, οι οποίοι μπορούν να αξιοποιηθούν από το κεφάλαιο ανάλογα με τις ανάγκες του κάθε φορά.

Αυτό συμβαίνει κυρίαρχα, γιατί ο εκπαιδευτικός μηχανισμός, και δη το πανεπιστήμιο αποτελεί, επί της ουσίας, τον προθάλαμο για την αγορά εργασίας. Ο εκπαιδευτικός μηχανισμός στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής εμφανίζει διπλό ρόλο. Από τη μία είναι παραγωγικός (κατανεμητικός) και από την άλλη αναπαραγωγικός (ιδεολογικός) μηχανισμός. Συνεπώς, ο μηχανισμός αυτός είναι επιφορτισμένος με το καθήκον της δημιουργίας συνθηκών ομαλής ένταξης και κατανομής των αποφοίτων του στην αγορά εργασίας. Ταυτόχρονα, αποδίδει συγκεκριμένα ιδεολογικά – κοινωνικά – πολιτικά χαρακτηριστικά στον εκπαιδευόμενο της κάθε βαθμίδας, ανάλογα με τη θέση του στον τεχνικό και κοινωνικό καταμερισμό εργασίας, αλλά και τη θέση που προορίζεται να καταλάβει στην παραγωγική διαδικασία.

Επιπλέον, η παραγωγή, όπως σε ένα βαθμό συμβαίνει μέχρι σήμερα, αποφοίτων με συλλογικές κατοχυρώσεις, μέσω των ενιαίων προγραμμάτων σπουδών και πτυχίων, έρχεται σε αντίφαση με τη διαδικασία συμπίεσης πλατιών κομματιών της εργασίας και αναίρεσης των κεκτημένων και των δικαιωμάτων τους. Αυτό συμβαίνει γιατί η ενιαιότητα των προγραμμάτων σπουδών και των επαγγελματικών δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται στα πτυχία επιτρέπουν τη συλλογική συγκρότηση των αποφοίτων, τόσο σε επίπεδο επαγγελματικής κατοχύρωσης, όσο και σε επίπεδο ιδεολογικών χαρακτηριστικών. Επιτρέπουν, δηλαδή, τη δημιουργία και την ανάπτυξη συγκεκριμένων αντανακλαστικών, όπως οι συλλογικές διεκδικήσεις, τα οποία έρχονται σε αντίθεση με την πραγματικότητα που διαμορφώνεται στους χώρους εργασίας. Μια πραγματικότητα που επιβάλει την ατομική διαπραγμάτευση των όρων και συνθηκών εργασίας του εργαζομένου με τον εργοδότη. Παράλληλα, η ύπαρξη επαγγελματικών δικαιωμάτων από τη μία αποτυπώνει υλικές νίκες (πχ διασφάλιση καλύτερων όρων στην εργασία) και από την άλλη συνδράμει στη διαμόρφωση διακριτών κοινωνικών και πολιτικών μπλοκ.

Τέλος, ο χώρος των πανεπιστημίων είναι χώρος έντονης συνδικαλιστικής δράσης, κάτι που έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την διάλυση του συνδικαλισμού στους χώρους εργασίας τα τελευταία χρόνια. Ταυτόχρονα, η ύπαρξη και η έκφραση εντός των πανεπιστημίων αντιλήψεων, οι οποίες μπορούν να παράγουν τριγμούς στα κυβερνητικά κέντρα και να αποβαίνουν επικίνδυνες για τα σχέδια τους, έχουν καταφέρει κατά καιρούς να συσπειρώσουν μαζικά μπλοκ κόσμου γύρω τους και να παράξουν σημαντικά αποτελέσματα, από το να θέσουν αναχώματα σε προωθούμενες μεταρρυθμίσεις μέχρι και να ανατρέψουν ψηφισμένους νόμους ή ακόμα και να δημιουργήσουν τους όρους για την ανατροπή κυβερνήσεων. Η προσπάθεια διάλυσης του φοιτητικού συνδικαλισμού δεν είναι κάτι πρωτόγνωρο. Παρόμοιες προσπάθειες γίνονταν από το κράτος από την αρχή  μέχρι και τα μέσα της δεκαετίας του ‘90, μέσω των τότε νομοσχεδίων για την εκπαίδευση, σε αντίθεση με την προσπάθεια διαχείρισης και ενσωμάτωσης του φοιτητικού συνδικαλισμού που επικρατούσε μέχρι και την περίοδο του ’06-’07.

Τα γεγονότα αυτά, σε συνδυασμό με τις βίαιες αναδιαρθρώσεις οι οποίες επιβάλλονται στους χώρους εργασίας (μνημόνια, κατάργηση συλλογικών συμβάσεων, ελαστικοποίηση εργασιακών σχέσεων κλπ), προκαλεί ποικίλες αντιφάσεις, οι οποίες μπορούν να αποτελέσουν εφαλτήριο κοινωνικών αντιδράσεων.

Εμφανίζεται έτσι, λοιπόν, η επιτακτική ανάγκη για εξάλειψη αυτών των αντιφάσεων, αλλά και των οξυμμένων αντιδράσεων που αυτές εν δυνάμει προκαλούν. Αυτή την ανάγκη έρχεται να καλύψει ο νόμος της Διαμαντοπούλου, αξιοποιώντας τον ρόλο του εκπαιδευτικού μηχανισμού, όπως αναφέρθηκε και παραπάνω, για την δημιουργία ενός αποφοίτου πλήρως εντατικοποιημένου και πειθαρχημένου, φθηνού και ευέλικτου, επαγγελματικά και εργασιακά ακατοχύρωτου, χωρίς συλλογικές «αντιλήψεις», που θα ταυτίζεται αλλά και θα εμπεδώνει τις αλλαγές στο χώρο εργασίας χωρίς ουσιαστικές αντιδράσεις. Γι’ αυτόν ακριβώς τον σκοπό, ο νέος νόμος Πλαίσιο έρχεται να συγκεφαλαιώσει και να βαθύνει όλες τις αντιδραστικές τομές που έχουν επιχειρηθεί στο ελληνικό πανεπιστήμιο από την μεταπολίτευση και μετά, δημιουργώντας ένα ασφυκτικό και αυταρχικό πλαίσιο λειτουργίας.

Η μεταβολή των χαρακτηριστικών της νεολαίας στα πλαίσια της κρίσης

Τα διάφορα ρεύματα στο εσωτερικό της νεολαίας, καθώς και οι μεταβολές στα χαρακτηριστικά της, είναι σε άμεση συνάρτηση με τις κοινωνικές προσλαμβάνουσες και την καθημερινότητα που ο νεολαίος βιώνει. Στη συγκυρία της οικονομικής κρίσης και της εμβάθυνσης της επίθεσης στα λαϊκά στρώματα οξύνεται η τάση επιβιωτισμού ακόμα και για κομμάτια της νεολαίας. Οι συνεχές περικοπές στο οικογενειακό εισόδημα καθώς και το ευρύτερο κλίμα ανασφάλειας οδηγούν σε μία κατάσταση εντεινόμενων πιέσεων από τον μηχανισμό της οικογένειας, η οποία βέβαια διαπερνά σε διαφορετική έκταση και με διαφορετική ένταση το φοιτητικό σώμα. Αυτές οι πιέσεις (καθώς ο γόνος αποτελεί διαχρονικά οικονομική μονάδα για την ελληνική οικογένεια), σε συνδυασμό με τα αδιέξοδα που δημιουργεί η κρίση και την αβέβαιη εργασιακή προοπτική όπως αυτή διαμορφώνεται στο σήμερα (υψηλά ποσοστά ανεργίας, κλπ) μετουσιώνονται σε συγκεκριμένες πρακτικές από κομμάτι των φοιτητών, στις προσπάθειες για γρήγορη λήψη πτυχίου και έξοδο στην αγορά εργασίας ή ακόμα και στον αυξανόμενο αριθμό φοιτητών που εργάζονται, με σκοπό να απαλλάξουν την οικογένεια από πρόσθετες οικονομικές δαπάνες ή για να καλύψουν βασικές τους ανάγκες. Βέβαια, το γεγονός ότι ένα κομμάτι του φοιτητικού σώματος εργάζεται και βιώνει με άμεσο τρόπο την εργασιακή πραγματικότητα δεν σημαίνει ότι γραμμικά θα αμφισβητήσει ιδεολογικές σταθερές του πανεπιστημίου, όπως ο επιστημονισμός και ο καριερισμός (παρόλο που οι συγκεκριμένες σταθερές αμφισβητούνται έμπρακτα σε επίπεδο εργασίας, καθώς η λήψη πτυχίου δεν εγγυείται πλέον την εύρεση εργασίας), και θα κινηθεί σε ρηξιακή κατεύθυνση με τις αστικές επιλογές. Και αυτό διότι στο εσωτερικό του πανεπιστημίου αναπαράγονται ακόμα ιδεολογήματα όπως η ταξική ανέλιξη ή η αξιοκρατία.  Παράλληλα, οι πιέσεις αυτές οδηγούν σε πλήρη εντατικοποίηση και εξατομίκευση των φοιτητών και σε μία διαδικασία που έχουμε περιγράψει ως «επιστροφή στα αμφιθέατρα», διαδικασία που ενισχύεται από μερίδες του καθηγητικού μπλοκ και από την αδυναμία ή σε πολλές φορές την «αμέλεια» των ΕΑΑΚ να βάλουν φρένο σε αυτή την κατεύθυνση. Ταυτόχρονα, για ένα κομμάτι του φοιτητικού σώματος, αυτό που συμμετέχει σε κινηματικές διαδικασίες, η έκθεση στους κατασταλτικούς μηχανισμούς του κράτους έχει αφήσει και ιδεολογικές παρακαταθήκες φόβου και ενσωμάτωσης της καταστολής, με αποτέλεσμα μία αποστροφή ή και φοβικότητα προς τις ριζοσπαστικές μορφές πάλης, ιδιαίτερα μάλιστα στο επίπεδο του δρόμου. Τέλος, αν και η ανεργία ως δομικό στοιχείο του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής μπορεί πλέον να αντικαταστήσει εν μέρει και συγκυριακά, κομμάτια της λειτουργίας του Πανεπιστημίου, όπως ο ιδεολογικός του χαρακτήρας, αλλά και η κατανομή των φοιτητών στην παραγωγή με ευέλικτα και πειθήνια χαρακτηριστικά, η εκπαιδευτική αναδιάρθρωση όχι μόνο δεν μπαίνει σε δεύτερη μοίρα, αλλά έρχεται να εμβαθύνει σε αυτή την κατεύθυνση, ταυτίζοντας πλήρως τον απόφοιτο με το μοντέλο του νέου εργαζομένου, όπως αυτό δομείται στο σήμερα. Όλα τα παραπάνω, αναδεικνύουν τα αναβαθμισμένα αντανακλαστικά που θα πρέπει να επιδείξουν τα σχήματα το επόμενο χρονικό διάστημα, καθώς η διαδικασία αναχαίτισης αυτής της μεταβολής απαιτεί αναβαθμισμένη πολιτική και ιδεολογική δουλεία στους κοινωνικούς χώρους, την παραγωγή μιας γειωμένης πολιτικής γραμμής που θα συνδέει την πολιτική με την υλικότητά της, θα αφουγκράζεται τις αγωνίες των φοιτητών και θα δίνει μία ουσιαστική (έστω και βραχυπρόθεσμη) προοπτική.  Τέλος αξίζει να σημειωθεί πως σε προηγούμενες περιόδους και πριν το ξέσπασμα της κρίσης, συνολικά η κατάσταση στο πανεπιστήμιο βρισκόταν σε μια ισορροπία. Παρά τις αναδιαρθρώσεις είτε κεντρικά είτε επι μέρους (αλυσίδες μαθημάτων, πρόοδοι, σπασίματα πτυχίων) το  κίνημα κατάφερνε να ανταπεξέρχεται και να παράγει νίκες πολλές από αυτές με άμεσα υλικά αποτελέσματα. Αυτή η κατάσταση δημιουργούσε όρους αναπαραγωγής και τα δύο αντιπαρατιθέμενα μπλοκ χωρίς να μπορεί κανένα από τα δύο να επικρατήσει πολιτικά, σήμερα αυτό το στοιχείο των προηγούμενων περιόδων είναι αυτό που προσπαθεί να αναιρέσει ο αστικός συνασπισμός εξουσίας.

Η κατάσταση στο εσωτερικό των σχολών

Η αλλαγή του συσχετισμού δύναμης στα πανεπιστήμια, μετά την λήξη των κινητοποιήσεων του ’06-’07 και τη σταδιακή εφαρμογή πτυχών της αναδιάρθρωσης σε μια σειρά σχολές, ο τρόπος με τον οποίο επιχειρείται στο σήμερα η εφαρμογή του νόμου και το πώς η ευρύτερη πολιτική και τα μνημόνια επηρεάζουν τους φορείς της ακαδημαϊκής κοινότητας δημιουργούν νέα δεδομένα για την κατάσταση μέσα στις σχολές, για τα συγκροτημένα μπλοκ και τις αντιθέσεις τους, για τις εν δυνάμει συμμαχίες κλπ. Πιο συγκεκριμένα:

  • Το καθηγητικό μπλοκ

Είναι ξεκάθαρο, ότι το μπλοκάρισμα της εφαρμογής του νόμου, εκτός από τις αντιδράσεις και τις κινητοποιήσεις φοιτητών και εργαζομένων, έχει συντελεστεί σε σημαντικό βαθμό και διότι δεν υπήρχε ένα συγκροτημένο μπλοκ, σύμμαχος του υπουργείου, που θα πιέσει προς την αντίθετη κατεύθυνση. Η επιθετικότητα και η υλικότητα των πτυχών του συγκεκριμένου νόμου, καθώς και η ευρύτερη πολιτική (περικοπές μισθών, κλπ), α) απέκοψαν δεσμούς που είχε ένα κομμάτι του καθηγητικού στρώματος με την κυβέρνηση και το υπουργείο, β) οδήγησαν ένα άλλο κομμάτι στην υιοθέτηση πιο ριζοσπαστικών πρακτικών (απεργίες, κινητοποιήσεις, κλπ) και γ) δημιούργησαν ένα κομμάτι που, αν και με αντιφάσεις, δείχνει μια ανοχή και μία πιο ανεκτική στάση ως προς τις φοιτητικές κινητοποιήσεις. Η διαδικασία αυτή μας αφήνει περιθώρια για την συγκρότηση τακτικών συμμαχιών με κομμάτια καθηγητών, σε μία κατεύθυνση πανεκπαιδευτικού μετώπου για την ανατροπή του νόμου Πλαίσιο και της αντιλαϊκής πολιτικής. Βέβαια, οι συμμαχίες οι οποίες θα συγκροτηθούν εξαρτώνται από την ίδια την κίνηση των φοιτητών και τις πιέσεις που μπορούν να ασκούν στο καθηγητικό μπλοκ, ώστε να τους οξύνουν τις αντιφάσεις τους, και από τις επιλογές του υπουργείου για συνέχιση της αναίρεσης κάθε είδους συμβιβασμό με το καθηγητικό μπλοκ. Από την άλλη μεριά όμως, υπάρχουν ακόμα κομμάτια καθηγητών, παραδοσιακοί εκφραστές της αντίδρασης και της αναδιάρθρωσης στις σχολές, που με υπόγειους συνήθως τρόπους συγκροτούν δίκτυα σε μία κατεύθυνση ομαλότητας μέσα στα ιδρύματα. Ο νέος νόμος, και οι νέες διοικήσεις, αποστειρώνουν το πανεπιστήμιο σαν χώρο πολιτικοσυνδικαλιστικής έκφρασης και καταργούν την δυνατότητα παρέμβασης και διεκδίκησης στα όργανα. Με αυτό τον τρόπο η μερίδα εκείνη των καθηγητών των οποίων τα συμφέροντα πολώνονται προς τη μεριά της αναδιάρθρωσης επιδιώκει να απαλλαγεί από αυτό το κομμάτι στο εσωτερικό των πανεπιστημίων, το οποίο έρχεται κόντρα στα συμφέροντά τους, παζαρεύοντας παράλληλα με την ηγεσία του υπουργείου καλύτερους όρους ύπαρξης για τους ίδιους στο νέο πανεπιστήμιο.

  • Οι καθεστωτικές παρατάξεις

Ξεκινώντας από την ΔΑΠ, η ρητορεία της και η στρατηγική της για τον νόμο περιορίζεται σε μια γενικότερη εναντίωση, η οποία αποτυπώνεται μόνο σε επίπεδο τοποθέτησης, με κύρια αιχμή το ζήτημα κατάργησης της συνδιοίκησης και της δυνατότητας εκλογής πρυτάνεων και προέδρων με την συμμετοχή των φοιτητών. Αυτό διότι με αυτόν τον τρόπο, από τη μία αίρεται η παραδοσιακή δυνατότητα συνδιαλλαγής της συγκεκριμένης παράταξης, και ευρύτερα των καθεστωτικών παρατάξεων, με κομμάτια του καθηγητικού μπλοκ, και από την άλλη διότι η δυνατότητα εκπροσώπησης των φοιτητών στα διοικητικά όργανα, μέσω των στελεχών της ΔΑΠ, αποτελεί βασικό πυλώνα της πολιτικής της συγκεκριμένης παράταξης στους συλλόγους. Παράλληλα, προσπαθεί να απαντήσει στα υπαρκτά ζητήματα των μειωμένων προϋπολογισμών και της κατάργησης της φοιτητικής μέριμνας από τελείως διαφορετική σκοπιά, όχι αυτή της υπεράσπισης των συμφερόντων αλλά της επίλυσης του προβλήματος με την εμπλοκή ιδιωτών και χορηγιών στη χρηματοδότηση των ιδρυμάτων, πλασάροντας έτσι όψεις της κυβερνητικής πολιτικής σαν λύση στο πρόβλημα. Η υιοθέτηση του προφίλ «κοντά στον φοιτητή», σε συνδυασμό με τη παραδοσιακή της στάση για τήρηση της ομαλότητας μέσα στις σχολές, προσπαθεί να μετριάσει τις πιέσεις που δέχεται σαν κυβερνητική νεολαία από τις επιλογές του κομματικού της φορέα. Τομή σε σχέση με το παρελθόν, και ζήτημα το οποίο αναβαθμίζει την στάση μας απέναντι στη ΔΑΠ, αποτελεί το γεγονός ότι πλέον η συγκεκριμένη παράταξη δεν περιορίζεται σε χαλαρά κοινωνικά δίκτυα για την αναπαραγωγή της, αλλά έρχεται να φέρει πτυχές του νόμου από την πίσω πόρτα, σαν προτάσεις για την βελτίωση του πανεπιστημίου, πατώντας πάνω σε δικές μας αδυναμίες στο να δώσουμε προοπτική στη φοιτητική νεολαία.

Από την άλλη πλευρά, ο έτερος πόλος του δικομματισμού στα πανεπιστήμια, η ΠΑΣΠ διαπερνάται από μεγάλες αντιφάσεις. Οι αντιφάσεις αυτές αποτυπώθηκαν όλη την περασμένη χρονιά και συνεχίζονται μέχρι και σήμερα και έχουν σαν αποτέλεσμα την ύπαρξη δύο διακριτών μπλοκ στο εσωτερικό της, αυτό της αντίδρασης με το νόμο και αυτό της συμφωνίας με όψεις του. Αυτή η απόκλιση οφείλεται σε οπορτουνίστικες λογικές που εξετάζουν τους συσχετισμούς που καταγράφει η ΠΑΣΠ σε κάθε σύλλογο ξεχωριστά και με αυτόν τον τρόπο καταλήγουν σε έναν σχεδιασμό για το φοιτητικό κίνημα (χαρακτηριστικό γνώρισμα της ΠΑΣΠ σε όλες τις περιόδους όξυνσης του φοιτητικού κινήματος, όπου ανάλογα με τη δυναμική που αποτύπωνε η συγκεκριμένη παράταξη εντός των συλλόγων, επέλεγε μια πιο δεξιά ή πιο αριστερή πολιτική τοποθέτηση) και λόγω των δύο διαφορετικών γραμμών που υπάρχουν στο εσωτερικό της νεολαίας ΠΑΣΟΚ. Επιπρόσθετα, η ΠΑΣΠ εμφανίζει φοβερές τάσεις αποσυγκρότησης α) λόγω των εσωτερικών της αντιθέσεων, β) γιατί χρεώθηκε τις πολιτικές επιλογές που έπαιρνε ο κομματικός της φορέας και γ) γιατί δεν κατάφερε να διαδραματίσει έναν αυτοτελή ρόλο στην συγκρότηση των κινητοποιήσεων την προηγούμενη χρονιά. 

Παράλληλα με τις καθεστωτικές παρατάξεις και η στάση της ΠΚΣ (ΜΑΣ) διαπερνάται από αντιφατικά χαρακτηριστικά. Τα αντιφατικά αυτά χαρακτηριστικά οφείλονται από τη μία στην αδυναμία του ΚΚΕ να αναγνώσει και να αντιπαρατεθεί με την εκπαιδευτική αναδιάρθρωση και να αφουγκραστεί το κλίμα και την κατάσταση στους φοιτητικούς συλλόγους, και από την άλλη στην προσπάθειά του να παίξει πρωταρχικό ρόλο στις κινητοποιήσεις. Σε γενικές γραμμές, η στρατηγική με την οποία παρεμβαίνει η ΠΚΣ στους φοιτητικούς χώρους, δε διαφέρει από τις κεντρικές πολιτικές κατευθύνσεις του ΚΚΕ και οι εξειδικεύσεις που αυτή παίρνει λειτουργούν αντίστοιχα. Έτσι τόσο σε επίπεδο ανάλυσης και πολιτικού περιεχομένου, όσο και σε πρακτικό πολιτικό επίπεδο, εμφανίζονται σημαντικές αντιφάσεις.

Στο επίπεδο της πολιτικής ανάλυσης λοιπόν, η παρέμβαση της ΠΚΣ χαρακτηρίζεται πρώτα και κύρια από τη στρεβλή αντίληψή της για το πανεπιστήμιο και τον ρόλο του. Μια αντίληψη που αδυνατεί να ερμηνεύσει πραγματικά τον εκπαιδευτικό μηχανισμό σε σχέση με τους στόχους που αυτός θέτει σε ό,τι έχει να κάνει με την κατανεμητική του λειτουργία. Αυτό έγκειται στην οικονομίστικη λογική του ΚΚΕ, ότι η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων αποτελεί τροχοπέδη στην εξέλιξη των παραγωγικών σχέσεων, συνεπώς η μεταβολή της οικονομικής βάσης θα τροποποιεί αυτομάτως και τα κοινωνικά χαρακτηριστικά. Έτσι θεωρεί ότι στόχος του κράτους είναι η μετατροπή του πανεπιστημίου σε επιχείρηση, δηλαδή η ευρύτερη απόδοσή του στο κεφάλαιο προς όφελος της αύξησης της κερδοφορίας του και η ιδιωτικοποίησή του, καθώς και η απόσπαση υπεραξίας από τους εκπαιδευόμενους. Με αυτόν τον τρόπο, καταλήγει σε μία λάθος ανάγνωση της εκπαιδευτικής αναδιάρθρωσης, αφού υποβαθμίζει το ζήτημα της εργασιακής προοπτικής και το ζήτημα της εντατικοποίησης των ρυθμών σπουδών, καθώς και το πώς ο νόμος της Διαμαντοπούλου έρχεται να αυταρχικοποιήσει συνολικά το πανεπιστήμιο στη δομή και στη λειτουργία του. Παράλληλα, το ΚΚΕ θεωρεί το φοιτητικό κίνημα συνεχές, χωρίς οξύνσεις και υποχωρήσεις και έτσι καταλήγει να εκτιμά ότι οι κινητοποιήσεις του ’06-’07 δεν πέτυχαν νίκες (επειδή οι προσπάθειες του αστικού συνασπισμού εξουσίας για μεταρρυθμίσεις στην τριτοβάθμια εκπαίδευση συνεχίζονται) και ότι τα κινηματικά μπλοκ στο εσωτερικό των συλλόγων είναι σήμερα αποδιαρθρωμένα. Έτσι, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι τα επιμέρους κοινωνικά κινήματα δεν μπορούν να νικούν (αντίθετα τα βλέπει ως μέσο για την οικοδόμηση εκλογικών συσχετισμών απέναντι στον δικομματισμό και ως  συνιστώσα μιας ευρύτερης ιδεολογικής πλατφόρμας) και ότι οι συσχετισμοί στο εσωτερικό των πανεπιστημίων είναι τόσο συντριπτικοί που δεν του επιτρέπουν να παρέμβει με όρους νικηφόρου φοιτητικού κινήματος (άρα το μόνο που απομένει είναι η συσπείρωση στο ΜΑΣ). Βάσει αυτών λοιπόν, υιοθετεί και προτάσσει ένα στενό ιδεολογικό πολιτικό πλαίσιο γύρω από το ζήτημα της “λαϊκής εξουσίας – λαϊκής οικονομίας”, ένα πλήρες πολιτικό πλαίσιο που ενσωματώνει αιτήματα του ΠΑΜΕ, και εγκαλεί εν τέλει το φοιτητή να αποδεχθεί αυτό το πλαίσιο, να παλέψει μέσα από τα μορφώματα του ΚΚΕ και να σταθεί απλά αλληλέγγυος στο ταξικό εργατικό κίνημα (μιας και το ΚΚΕ θεωρεί ότι το φοιτητικό σώμα αποτελεί όχι εν δυνάμει σύμμαχο της εργατικής τάξης, αλλά ότι το πλειοψηφικό κομμάτι του αποτελεί τμήμα αυτής), έτσι ώστε, μέσα από την αυτόκεντρη ανάπτυξη του κόμματος, να υπάρξει μία νικηφόρα προοπτική.

Αντίστοιχη είναι και η πολιτική πρακτική της ΠΚΣ μέσα στο κίνημα. Από τη μία κινείται σε μία διασπαστική – σεχταριστική κατεύθυνση, καλώντας σε ξεχωριστές προσυγκεντρώσεις και πορείες με το ΜΑΣ και το ΠΑΜΕ, και από την άλλη δεν οξύνει ούτε πολιτικά, ούτε πρακτικά την αντιπαράθεση με το υπουργείο και την κυβέρνηση και καταγγέλλει κάθε άλλη πολιτική επιλογή (πχ καταλήψεις διαρκείας) σαν κινήσεις αποδυνάμωσης. Ενδεικτικό στοιχείο της τελευταίας λογικής αποτελεί το γεγονός ότι οι Επιτροπές Αγώνα σε κάθε σύλλογο δεν έβαλαν μία πολιτική γραμμή καταλήψεων και κινητοποιήσεων του φοιτητικού κινήματος κατά την έναρξη της φετινής ακαδημαϊκής χρονιάς (μετά και την ψήφιση των αλλαγών στο νόμο Διαμαντοπούλου), αλλά αντίθετα περιορίστηκαν στο να καλούν γενικές συνελεύσεις για τη συμμετοχή των συλλόγων στις απεργιακές κινητοποιήσεις στις οποίες καλούσε το ΠΑΜΕ (και μόνο κατά τις ημερομηνίες αυτές). Όσον αφορά τα ζητήματα της φοιτητικής μέριμνας, κι εκεί η ΠΚΣ ακολούθησε μία αντίστοιχη στάση, καλώντας σε μεμονωμένες κινητοποιήσεις – παραστάσεις διαμαρτυρίας στις διοικητικές υπηρεσίες των ιδρυμάτων, μέσα από συνελεύσεις ετών και εργαστηρίων (στα πλαίσια του σχεδίου διάλυσης των γενικών συνελεύσεων των συλλόγων, το οποίο ακολουθεί τα τελευταία δύο σχεδόν χρόνια) χωρίς να προσπαθήσει να οξύνει την αντιπαράθεση με την πολιτική των περικοπών των δωρεάν παροχών μέσα στους συλλόγους ή στα τμήματα.

Εν τέλει, όλα τα παραπάνω συγκροτούν μία περιθωριακή και σεχταριστική πολιτική γραμμή, η οποία ποτέ δεν κατάφερε να συσπειρώσει ευρύτερες μάζες φοιτητών. Η στάση της ΚΝΕ στο φοιτητικό κίνημα (αλλά και συνολικά του ΚΚΕ στο ευρύτερα λαϊκό) αποκτά ολοένα και περισσότερο χαρακτηριστικά ήπιας διαμαρτυρίας, αναμονής εκλογικών αποτελεσμάτων αλλά και καταστολής πιο συγκρουσιακών πρακτικών, με αποτέλεσμα να συμπλέει με τις καθεστωτικές παρατάξεις στην προσπάθεια διάλυσης των κινητοποιήσεων και να αποτελεί σημαντικό στήριγμα της κυβερνητικής πολιτικής.

Όσο για την ΑΡ.ΕΝ., η στρατηγική με την οποία κινείται μετά τα αποτελέσματα των βουλευτικών εκλογών, είναι γραμμικά συνδεδεμένη με την εκλογική άνοδο του ΣΥΡΙΖΑ. Πλέον τοποθετείται ανοιχτά σαν νεολαία του ΣΥΡΙΖΑ, σε μία προσπάθεια να καρπωθεί από το ρεύμα της κοινωνίας και να διευρύνει την απεύθυνσή και την απήχησή της στα κομμάτια της νεολαίας μέσα στα πανεπιστήμια. Η αδυναμία που είχε επιδείξει η συγκεκριμένη παράταξη στο να διαχωριστεί από τα σχήματα και να προτάξει μία κινηματική στρατηγική πέρα από αυτά και ο παραδοσιακός ακουλουθητισμός στις κατευθύνσεις των ΕΑΑΚ επιχειρούνται στο σήμερα να αναχαιτηθούν, όχι με την πρόταξη ενός αυτοτελούς πολιτικού σχεδίου, αλλά χρησιμοποιώντας σαν μοχλό πίεσης το σπάσιμο των κοινών πλαισίων για την υιοθέτηση μεμονομένων πτυχών της πολιτικής της λογικής. Η διαχρονική της αδυναμία στο να προτάξει ένα αυτοτελές πολιτικό σχέδιο οφείλεται κυρίαρχα στην πολιτική ανικανότητα του Συνασπισμού να προτάξει μια νικηφόρα στρατηγική για το κίνημα, η οποία δεν θα ενσωματώνεται από τα κυρίαρχα ιδεολογήματα και θα αποτελεί μία ουσιαστική πρόταση διεξόδου για το φοιτητικό σώμα. Και αυτό συμβαίνει, κατά κύριο λόγο, γιατί η χρήση των παραδοσιακών εργαλείων του ρεφορμισμού και του αριστερού ευρωπαϊσμού δεν μπορεί να αμβλύνει και να απαντήσει στις πιέσεις που ασκούν τόσο οι σκληρές αναδιαρθρωτικές τομές του υπουργείου, όσο και οι μηχανισμοί του κράτους. Η αδυναμία, λοιπόν, της ΑΡ.ΕΝ. να χαράξει και να υλοποιήσει ένα ρηξιακό πολιτικό σχέδιο για το φοιτητικό κίνημα έγινε ιδιαίτερα εμφανής πριν την έναρξη των κινητοποιήσεων της περσινής χρονιάς, όπου αποτυπώθηκε με τον πλέον ξεκάθαρο τρόπο η έλλειψη οποιασδήποτε διάθεσης από πλευράς της για τη συγκρότηση κινητοποιήσεων από τους φοιτητές την επόμενη της ψήφισης του νόμου και μέσα στην περίοδο των εξεταστικών. Παράλληλα η ΑΡΕΝ υιοθετεί μια στρεβλή αντίληψη για τη συμπόρευση του φοιτητικού κινήματος με το καθηγητικό σώμα (χωρίς να επιδιώκει την ηγεμονία του φοιτητικού κινήματος και των μορφών πάλης του μέσα στο πανεκπαιδευτικό μέτωπο), προτάσσει μια συνδιαχειριστική λογική (σύναψη προνομιακών σχέσεων με το καθηγητικό στρώμα) και αναμένει στρατηγικά την άνοδο του ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία για την αλλαγή των συσχετισμών στα πανεπιστήμια. Τέλος, η προσπάθεια η οποία καταβάλλει στο να προτάξει την ενότητα της αριστεράς, στη βάση της αναγκαιότητας ύπαρξης ενός ενιαίου μετώπου μέσα στις σχολές απέναντι στο νόμο της Διαμαντοπούλου, δεν μπορούσε να υποκαταστήσει το γεγονός ότι δεν κατάφερε ποτέ να εκφράσει, μέσω των πολιτικών της πλαισίων, τις αγωνίες και τις ανάγκες της πλειοψηφίας του φοιτητικού σώματος. Συμπερασματικά λοιπόν, η στάση αυτή της ΑΡ.ΕΝ. και η παρασιτική πολιτική παρέμβαση και λογική που συγκροτεί μέσα στα πανεπιστήμια δεν μπορεί να ηγεμονεύσει στο φοιτητικό κίνημα. Αντίθετα, την οριοθετούν απέναντι στη πλειοψηφία των κινηματικών μπλοκ εντός των συλλόγων.

  • Τα σχήματα των ΕΑΑΚ

Η στάση των ΕΑΑΚ εμφανίζει πολλές προβληματικές και αντιθέσεις. Η φυσιογνωμία που υιοθετούν είναι δείκτης μιας δεξιάς μετατόπισης και συντηρητικοποίησης, η οποία συνδέεται και σχετίζεται με τα τροποποιημένα χαρακτηριστικα της νεολαίας, μέσω της εμπέδωσης στοιχείων της κυρίαρχης ιδεολογίας, στα πλαίσια της κρίσης. Είναι πια εμφανής η υιοθέτηση, από μερίδα σχημάτων, μίας πολιτικής λογικής η οποία καταλήγει στην αποφυγή δημιουργίας ρήξεων μέσα και έξω από τις σχολές, καθώς και στην ενσωμάτωση των πιέσεων που αυτά δέχονται στον κοινωνικό τους χώρο από το καθηγητικό μπλοκ και από τις καθεστωτικές παρατάξεις.

Είναι πλέον, ειδικά το τελευταίο χρονικό διάστημα, φανερές οι αγκυλώσεις των πολιτικών αντιλήψεων μέσα στα ΕΑΑΚ και η αδυναμία που δείχνουν στο να ερμηνεύσουν συσχετισμούς και αντιφάσεις. Όλες οι νίκες του φοιτητικού κινήματος από τη μεταπολίτευση μέχρι σήμερα βασίστηκαν στη διάρρηξη πολιτικών και κοινωνικών συμμαχιών του κράτους πάνω στις οποίες οργανωνόταν η ηγεμονία του κεφαλαίου. Αυτές οι ρήξεις προκαλούνταν πάντα από την επιλογή των δυνάμεων του κινήματος μέσα από την πολιτική γραμμή και την πολιτική τους πρακτική να οξύνουν τις αντιφάσεις του συνασπισμού εξουσίας, πράγμα το οποίο δεν γίνεται στο σήμερα, αφού δεν αξιοποιούνται, από μεγάλα κομμάτια των ΕΑΑΚ, οι πραγματικές αντιφάσεις που αποτυπώνονται.

Η πρόθεσή τους να καταθέτουν στις συνελεύσεις μάξιμουμ πολιτικά πλαίσια, τα οποία παραγκωνίζουν το ζήτημα του νόμου Πλαίσιο και θέτουν ως κύριο στόχο και προϋπόθεση την ανατροπή της κυβέρνησης, δημιουργεί ένα πλαίσιο «σούπα», το οποίο θέτει με πολύ άσχημους όρους ιδεολογικά προαπαιτούμενα για τους φοιτητές και απωθεί ευρύτερα κομμάτια των αμφιθεάτρων (πέρα από τα παραδοσιακά ακροατήρια των σχημάτων) από το να το στηρίξουν. Ένα πλαίσιο από το οποίο πηγάζει ηττοπάθεια, καθώς η προϋπόθεση ανατροπής της κυβέρνησης για να ανατραπεί ο νόμος, τη στιγμή μάλιστα που με διαδικασία σοκ και δέους προχωράει σε ευρύτερες τομές, δεν μπορεί να εμπνεύσει πλατιές μάζες για μία νικηφόρα προοπτική.

Πάνω λοιπόν στην προσπάθεια για τη χάραξη μιας μαζικής πολιτικής γραμμής για την ανατροπή του νομοσχεδίου από την πλευρά των φοιτητών, αναπαράγεται το τελευταίο διάστημα μια πολιτική αντίληψη που συμπυκνώνεται στο εξής: Επειδή η επίθεση της κυβέρνησης είναι γενικευμένη συνολικά προς το λαό, οι  φοιτητές δεν πρέπει να ασχοληθούν με την αυτοτέλεια και την έκφραση της αντιλαϊκής πολιτικής μέσα στον κοινωνικό τους χώρο, αλλά να δουν το θέμα ευρύτερα και να απαιτήσουν να πέσει η κυβέρνηση, να φύγει το ΔΝΤ και η ΕΕ και έτσι εξ επαγωγής να αποσυρθεί και το νομοσχέδιο. Αν και στην πρώτη ανάγνωση η θέση αυτή φαίνεται να είναι ιδιαίτερα ριζοσπαστική, με μια δεύτερη σκέψη καταλήγει να είναι αρκετά ηττοπαθής.

Η προαναφερθείσα θέση είναι ηττοπαθής γιατί αντιστρέφει την φυσιολογική ροή και τα βήματα του κινήματος. Πατάει στην χρεοκοπημένη θεωρητική ανάλυση του “ολοκληρωτικού καπιταλισμού”, σύμφωνα με την οποία στο συγκεκριμένο στάδιο του καπιταλισμού που βρισκόμαστε σήμερα δεν υπάρχει κανένα περιθώριο για νίκες και παραχωρήσεις υπέρ των κυριαρχούμενων τάξεων και στρωμάτων, άρα αντικειμενικά και κάθε στιγμή ανεξάρτητα από την πορεία της ταξικής πάλης και του συσχετισμού δύναμης μπαίνει το θέμα της ανατροπής. Ταυτόχρονα φορτώνει στις πλάτες του φοιτητικού στρώματος μια αποστολή η οποία είναι πάνω από τις δυνάμεις του αλλά και σε αναντιστοιχία με τον κοινωνικό ρόλο και τη θέση του στρώματος αυτού στο κοινωνικό κίνημα. 

Επίσης, η θέση τους για ένα παναριστερό μέτωπο μέσα στις σχολές και όχι για μια ευρύτερη πολιτική και κοινωνική συμμαχία με πλατιές μάζες της φοιτητικής νεολαίας, στα πλαίσια ανατροπής του νόμου, ουσιαστικά περιορίζει τις δυνατότητες όξυνσης του φοιτητικού κινήματος. Δεν είναι λίγα τα παραδείγματα όπου σχήματα καταλήγουν στο να συνάπτουν ευκαιριακές συμμαχίες, με μόνο στόχο ένα θετικό αποτέλεσμα συνέλευσης, με τις δυνάμεις του Συνασπισμού ή ακόμα και με δυνάμεις του αναρχικού/αυτόνομου χώρου και όχι στο να συσπειρώνουν ευρύτερες μάζες των φοιτητικών αμφιθεάτρων κάνοντας κτήμα του κάθε φοιτητή την ανάγκη ανατροπής του συγκεκριμένου νόμου Πλαίσιο.

Η συγκεκριμένη πολιτική στρατηγική αδυνατεί να απαντήσει σε πραγματικά ζητήματα. Θέτει ως προαπαιτούμενο της στήριξης την αποδοχή ενός ολόκληρου πολιτικό-θεωρητικού πλαισίου, ενώ απαιτεί να  μπει κάτω από το καπέλο μιας αριστερής ενότητας που το πολιτικό της περιεχόμενο έχει διαμορφωθεί μέσα σε πολιτικά γραφεία, βάζοντας κάτω από το χαλάκι σοβαρές και άλυτες αντιθέσεις (ΕΕ, ρόλος πανεπιστημίου, ΕΦΕΕ) προκειμένου να εφαρμοστεί ένας  ψευδεπίγραφος κοινός βηματισμός της αριστεράς παραγνωρίζοντας ότι στην πρώτη όξυνση η «ενότητα» αυτή θα τιναχτεί στον αέρα. Τέλος παραγνωρίζεται το γεγονός το ότι η αριστερά αυτή τη στιγμή δεν αποτελεί ένα μαζικό και πλειοψηφικό πολιτικό ρεύμα μέσα στην κοινωνία δε συμβαίνει γιατί είναι κατακερματισμένη αλλά γιατί καμία συνιστώσα της δεν έχει καταφέρει με ηγεμονικό τρόπο να επικοινωνήσει με το λαϊκό κίνημα και να διαμορφώσει μαζί του μια νικηφόρα στρατηγική.

Οι προβληματικές των ΕΑΑΚ εμφανίζονται και στο πεδίο του δρόμου. Η επιλογή για κινητοποιήσεις - περιπάτους, διεκπεραιωτικού χαρακτήρα, και όχι για την δημιουργία πολιτικών γεγονότων που θα αναβαθμίζουν και θα θέτουν με υλικούς όρους την αντιπαράθεση του φοιτητικού κινήματος με το υπουργείο και την κυβέρνηση συνολικότερα, δεν συμβάλει στην αναδιάταξη του κλίματος που επικρατεί στις κινητοποιήσεις. Η επιλογή αυτή δεν έγκειται μόνο στο ευρύτερο κλίμα φόβου που επικρατεί, λόγω της αναβάθμισης της καταστολής, όπως την έχουμε βιώσει ένα προηγούμενο χρονικό διάστημα (ένα κλίμα το οποίο οι δυνάμεις που θέλουν να τοποθετούνται στην πρωτοπορία του φοιτητικού κινήματος οφείλουν να αναζητούν τους τρόπους με τους οποίους θα το αναδιατάξουν), αλλά πολύ περισσότερο σε μια στοχευμένη πολιτική επιλογή για την υιοθέτηση ενός άλλου προφίλ και μίας άλλης φυσιογνωμίας, πολλή πιο κοντά στο μέσο όρο της νεολαίας, όπως συγκροτείται στο σήμερα, με στόχο την οργανωτική αναπαραγωγή συγκεκριμένων πολιτικών αντιλήψεων εν μέσω κρίσης.

Για τη φυσιογνωμία των σχημάτων

Το τελευταίο χρονικό διάστημα έχει ανοίξει ξανά και με ιδιαίτερα έντονο τρόπο το ζήτημα της φυσιογνωμίας των σχημάτων με προτάσεις οι οποίες προκρίνουν μία οργανωτική «μετάλλαξη» του μοντέλου λειτουργίας των ΕΑΑΚ σε μια κατεύθυνση παραταξιοποιήσης τους. Οι προτάσεις αυτές κάνουν λόγο για μέλη στα ΕΑΑΚ, ιδρυτική διακήρυξη, δημιουργία πολιτικής γραμματείας και διαδικασίες εκπροσώπων (ένας εκπρόσωπος από κάθε σχήμα) που θα αποφασίζουν βάσει πλειοψηφίας – μειοψηφίας κλπ. Μάλιστα οι παραπάνω προτάσεις προκρίνονται από συγκεκριμένες αντιλήψεις ως απάντηση στην αναγκαιότητα για εμβάθυνση της ενότητας στο εσωτερικό των ΕΑΑΚ και ανασυγκρότησής τους, καθώς και στην αδυναμία των σχημάτων να παράξουν μία νικηφόρα πολιτική γραμμή για το φοιτητικό κίνημα.

Σε αυτό το σημείο λοιπόν, οφείλουμε να ξεκαθαρίσουμε, ότι εμβάθυνση της ενότητας των ΕΑΑΚ δε σημαίνει και απόλυτη ταυτοποίηση όλων των σχημάτων στο επίπεδο του πολιτικού λόγου που εκφράζει. Πολύ περισσότερο δε σημαίνει «ευθυγράμμιση» όλων των σχημάτων σε μία πολιτική γραμμή ή ανάλυση που θα προκύπτει από μία διαδικασία εκπροσώπων. Επίσης, η αδυναμία των ΕΑΑΚ να παράξουν μία νικηφόρα γραμμή για το φοιτητικό κίνημα, και πολύ περισσότερο η αδυναμία που επιδεικνύουν τον τελευταίο χρόνο να στοιχίσουν ευρύτερες μάζες φοιτητών γύρω από το πολιτικό τους σχέδιο και την πολιτική τους πρακτική, δεν μπορούν με έναν υπερβατικό τρόπο να ανάγονται σε οργανωτικό ζήτημα. Το ξεπέρασμα των αδυναμιών θα έρθει αν τα σχήματα στρέψουν το βλέμμα τους στα πολιτικά τους ελλείμματα και τα διορθώσουν, χωρίς να τα υποσκάπτουν αναζητώντας τις λύσεις τους σε οργανωτικά μοντέλα (δομισμός).

Γίνεται σαφές πως οι παραπάνω προτάσεις για «την επανίδρυση των ΕΑΑΚ», μπορεί να τοποθετούνται στα πλαίσια της επίλυσης υπαρκτών προβλημάτων στη λειτουργία και στις διαδικασίες των ΕΑΑΚ, επί της ουσίας όμως επιχειρούν να φέρουν από την πίσω πόρτα ένα μοντέλο λειτουργίας το οποίο η ίδια η εικοσαετής ιστορική πορεία των σχημάτων έχει ξεπεράσει. Ένα στενό οργανωτικό μοντέλο λειτουργίας, σαν αυτό που προτείνεται, το οποίο  παραπέμπει σε κλειστές – κομματικού τύπου – διαδικασίες (και όχι σε ανοιχτές, αμεσοδημοκρατικές και ολομελειακού χαρακτήρα διαδικασίες), επιχειρεί να επιβάλει ένα διαστρεβλωμένο δημοκρατικό συγκεντρωτισμό τόσο στις κεντρικές διαδικασίες, όσο και στη λειτουργία των σχημάτων και να επικυρώσει ένα συσχετισμό οργανωμένων αντιλήψεων στο εσωτερικό των ΕΑΑΚ. Η διαδικασία αυτή, της οργανωτικής σκλήρυνσης των εσωτερικών διαδικασιών των ΕΑΑΚ, της «παραταξιοποίησής» τους, η οποία αντιμετωπίζει τα σχήματα ως μέτωπο ή πτέρυγα της ριζοσπαστικής αριστεράς μέσα στα πανεπιστήμια, αφενός θα αποδομήσει τα ΕΑΑΚ ως χώρο πολυφωνίας και ύπαρξης διαφορετικών πολιτικών ρευμάτων και αφετέρου θα υπονομεύσει τη δυνατότητα μίας αποτελεσματικής πολιτικής παρέμβασης στα μέτωπα της περιόδου. Εν τέλει, θα λειτουργήσει διαλυτικά για το ίδιο το μόρφωμα, αφού επιχειρεί να επιλύσει τις αντιθέσεις και τις αδυναμίες του με έναν τρόπο, ο οποίος αναπαράγει όψεις της κυρίαρχης ιδεολογίας (διαμεσολάβηση, ΕΑΑΚ κοινοβούλιο τάσεων) και μεταφέρει έναν στείρο «οργανωτίστικο» ανταγωνισμό οργανωμένων αντιλήψεων στο εσωτερικό των ΕΑΑΚ.

Η επιτυχία των σχημάτων όλα αυτά τα είκοσι χρόνια της πολιτικής τους ύπαρξης και παρέμβασης στο εσωτερικό των πανεπιστημίων, ως ανεξάρτητα αριστερά αντικαπιταλιστικά πολιτικοσυνδικαλιστικές μορφώματα βάσης, βασίστηκε στα εξής στοιχεία:

  1. Τα πολυτασικά – συσπειρωσιακά σχήματα αποτέλεσαν ένα σημείο ρήξης με τις επίσημες παρατάξεις, προβάλλοντας και υιοθετώντας ένα διαφορετικό τρόπο άσκησης πολιτικής και παραγωγής γραμμής, «από τα κάτω», συνδέοντας την πολιτική με την υλικότητά της και προσπαθώντας να εμπλέξουν σε αυτή τη διαδικασία και να πολιτικοποιήσουν ευρύτερες μάζες φοιτητών. Τα ΕΑΑΚ μπορεί να προέκυψαν αρχικά ως πρωτοβουλίες οργανώσεων, αλλά ποτέ δεν αποτέλεσαν ένα μετωπικό μόρφωμα των οργανώσεων που συμμετείχαν σε αυτά. Και αυτό γιατί εξέφρασαν μία τάση σύνδεσης της πολιτικής γραμμής με τους μαζικούς χώρους και αποτέλεσαν την έμπρακτη αμφισβήτηση της αντίληψης που θέλει την πολιτική γραμμή να παράγεται από το «κόμμα» και τη συνδικαλιστική παράταξη να αποτελεί μια απλή δεξαμενή μελών για αυτό.
  2. Τα σχήματα κατάφερναν να παράγουν σημαντικά αποτελέσματα, να θέτουν αναχώματα στην εφαρμογή των αναδιαρθρωτικών προσπαθειών του αστικού συνασπισμού εξουσίας και να αποκτούν μεγάλο ειδικό βάρος στις νεολαιίστικες κινητοποιήσεις επειδή χάρασσαν μία στρατηγική σε άμεση ανάδραση με το φοιτητικό στρώμα, αναγιγνώσκοντας τη συγκυρία, ανιχνεύοντας τις αντιθέσεις που παράγει η αστική κίνηση και σκιαγραφόντας μία γραμμή μαζών στη βάση αυτών των αντιθέσεων (ερμηνεία αντιθέσεων στον κοινωνικό χώρο στη βάση της κεντρικής αντίθεσης κεφαλαίου – εργασίας). Με αυτό τον τρόπο κατάφερναν να έχουν μία αυτοτελή πολιτική γραμμή μαζικής πλειοψηφικής απεύθυνσης και όχι μία γραμμή στείρας επαναστατικής ρητορείας.
  3. Τα ΕΑΑΚ αποτέλεσαν ένα πεδίο σύνθεσης όχι μόνο συγκλινουσών αλλά και αντιθετικών μεταξύ τους πολιτικών γραμμών. Ιδιαίτερα δε όταν αυτές δεν μπορούσαν να συντεθούν, είχαν τη δυνατότητα να συνυπάρχουν και να δοκιμάζονται στις μάζες. Έτσι, μέσα από τις πολιτικές αντιθέσεις και συγκρούσεις, τα σχήματα ζωντάνεψαν τις πολιτικές διαδικασίες και απάντησαν το ζήτημα της «ενότητας της αριστεράς» τοποθετώντας τις αντιθέσεις – διαφωνίες στο πεδίο του μαζικού κινήματος (εκεί δηλαδή που πρέπει να επιλύονται).
  4. Οι ολομελειακές διαδικασίες – συζητήσεις, στις οποίες όλοι έχουν ισότιμο λόγο και οι αποφάσεις λαμβάνονται στη βάση της σύνθεσης (ή στη βάση της διευρυμένης πλειοψηφίας όταν η σύνθεση δεν είναι δυνατή) αποτέλεσε πόλο έλξης και συμμετοχής ανένταχτων αγωνιστών, καθώς και κύριο στοιχείο για την αναπαραγωγή των σχημάτων και του δικτύου των ΕΑΑΚ.
  5. Οι αδυναμίες και οι προβληματικές που παρουσιάζουν σήμερα τα σχήματα, δεν οφείλονται στην αποτυχία του συσπειρωσιακού μοντέλου, αλλά στην επιτηδευμένη «παραχάραξη» του. Κατά συνέπεια, αυτές δεν επιλύονται με ένα διαφορετικό οργανωτικό μοντέλο λειτουργίας, ιδιαίτερα όταν αυτό έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την ιστορική συγκρότηση των ΕΑΑΚ.

Είναι αλήθεια ότι τα τελευταία χρόνια μία σειρά από διεργασίες στο εσωτερικό των ΕΑΑΚ (διεργασίες, που κατά κύριο λόγο εκκινήθηκαν από τις αντιλήψεις εκείνες οι οποίες προκρίνουν και την παραπάνω αλλαγή μοντέλου) λειτούργησαν αρνητικά ως προς την ενότητα των σχημάτων. Χωρίς να υπερασπιζόμαστε «την ενότητα για την ενότητα» – καθώς μία επίπλαστη ενότητα διαφορετικών αντιλήψεων οι οποίες δεν μπορούν (ή δεν θέλουν) να συντίθενται ή να συνυπάρχουν, να δοκιμάζονται στις μάζες και να πετυχαίνουν αποτελέσματα έχει συγκεκριμένα όρια – εντούτοις μία σειρά από διασπάσεις σχημάτων πανελλαδικά, καθώς και η προσπάθεια επιβολής οργανωτικών συσχετισμών μέσα στις διαδικασίες των ΕΑΑΚ (αριθμός τοποθετήσεων, τρόπος διεξαγωγής των διαδικασιών, κατάληξη σε αποφάσεις που δεν απηχούσαν τη συζήτηση με όρους πλειοψηφίας – μειοψηφίας και οργανωτικών συσχετισμών), τραυμάτισαν την ενότητα των σχημάτων και κυρίως υπέσκαψαν τη δυνατότητά τους να πετύχουν νίκες απέναντι στην αναδιαρθρωτική πολιτική.

Δεν θα πρέπει όμως να συγχέουμε την υπέρβαση αυτής της κρισιακής κατάστασης και την εμβάθυνση της ενότητας με την «πολιτική ενοποίηση της πτέρυγας της αντικαπιταλιστικής αριστεράς στα πανεπιστήμια». Άλλωστε η ενότητα των ΕΑΑΚ ξεκινάει και τελειώνει στο σημείο που αυτά μπορούν να μοιράζονται τον πολιτικό διάλογο που γίνεται στο εσωτερικό τους, να χαράσσουν και να υλοποιούν από κοινού ένα κεντρικό σχεδιασμό για το φοιτητικό κίνημα (εξειδικεύοντάς τον στον εκάστοτε κοινωνικό χώρο βάσει των ιδιαιτεροτήτων που αυτός παρουσιάζει) και να προχωρούν σε κάποιες κοινές πρωτοβουλίες γύρω από κεντρικά ζητήματα σε συγκροτήματα σχολών ή σε ομοειδείς σχολές. Σε καμία περίπτωση δεν έχει να κάνει με μέλη, με κείμενα διακήρυξης και αποφάσεις από διαδικασίες εκπροσώπων που θα δεσμεύουν κάθε σχήμα ή κάθε αγωνιστή που συμμετέχει σε αυτό. Από την μία, η ένταξη κάποιου στα σχήματα με όρους μέλους και η δέσμευση όλων των σχημάτων πάνω σε μία συγκεκριμένη πολιτική ανάλυση ή γραμμή θα αναιρέσουν την αυτοτέλεια των σχημάτων και τη δυνατότητά τους να απευθύνονται, να εμπλέκουν και να πολιτικοποιούν ευρύτερες μάζες του φοιτητικού στρώματος. Από την άλλη, η λήψη αποφάσεων σε επίπεδο συμφωνίας «εκπροσώπων» και οργανώσεων θα υποκαταστήσει τον ουσιαστικό πολιτικό διάλογο μεταξύ των σχημάτων και θα υποκρύψει τις αντιθέσεις που διέπουν το χώρο των ΕΑΑΚ. Έτσι, με το πρόσχημα μιας ψευδεπίγραφης ενότητας, θα αναδειχθούν άλλα πεδία πολιτικής συμφωνίας, μακριά από τις μαζικές διαδικασίες του κινήματος, που απλώς θα αναπαράγουν οργανωτικούς συσχετισμούς.

Εν τέλει τα ΕΑΑΚ δε λειτουργούν γενικά και αόριστα ως ενιαία ενότητα. Λειτουργούν στη βάση των συζητήσεων του κάθε σχήματος και της πολιτικής κατεύθυνσης που χαράσσεται και αποφασίζεται στο επίπεδο αυτό. Και αυτό γιατί μόνο μέσα από την παρέμβαση των σχημάτων στις σχολές, την καθημερινή ανάδραση με τον κοινωνικό τους χώρο και την εμπειρία που συλλέγεται από την καθημερινή πολιτική δράση μπορούν να αναδεικνύονται οι πραγματικά μάχιμες και νικηφόρες πολιτικές απόψεις και στρατηγικές.

Είναι επίσης αλήθεια το γεγονός ότι οι διαδικασίες των ΕΑΑΚ αδυνατούν το τελευταίο χρονικό διάστημα, όχι μόνο να χαράξουν, αλλά και να ψηλαφήσουν, ένα νικηφόρο σχεδιασμό για το φοιτητικό κίνημα. Το έλλειμμα αυτό κυρίως σχετίζεται με τη διαρκή αποδυνάμωση του ρόλου των σχημάτων στο εσωτερικό του δικτύου, τη μεταφορά της χάραξης πολιτικής κατεύθυνσης και λήψης αποφάσεων στις οργανώσεις και, κατ’ ακολουθία, την αποπτώχευση των πολιτικών διαδικασιών των σχημάτων και των συντονιστικών. Υποτιμάται η δυνατότητα των σχημάτων να αποφασίζουν για τη στρατηγική και την τακτική τους μέσα από τις δικές τους διαδικασίες, ενώ και οι διαδικασίες αυτές τείνουν σε πολλές περιπτώσεις να αποκτήσουν κλειστό χαρακτήρα, χωρίς την εμπλοκή ανεξάρτητου δυναμικού και καταλήγουν σε μία αναμέτρηση οργανωμένων αντιλήψεων εκφυλίζοντας τη σύνθεση σε μία συχνά τραγελαφική κοπτοραπτική πολιτικών γραμμών. Επιπρόσθετα, έχει να κάνει και με τη διαρκή προσπάθεια ορισμένων αντιλήψεων να μετατρέψουν τις συντονιστικές διαδικασίες των σχημάτων σε πεδία αποτύπωσης οργανωτικών συσχετισμών (τοποθετήσεις – πλατφόρμα της πολιτικής ανάλυσης κάποιας οργάνωσης, αριθμός τοποθετήσεων σχημάτων, προσπάθεια επιβολής αποφάσεων – κατάληξης στη βάση συσχετισμών κλπ). Το πραγματικό λοιπόν πολιτικό ερώτημα που καλούνται να αντιμετωπίσουν τα σχήματα είναι το πώς θα κάνουν ξανά «ζωντανές» τις συντονιστικές τους διαδικασίες μέσα από έναν υγιή τρόπο συζήτησης και αντιπαράθεσης ο οποίος θα αφορά και θα εμπλέκει τα σχήματα με το οργανωμένο και ανένταχτο δυναμικό τους (και όχι μόνο τις οργανώσεις ή το οργανωμένο δυναμικό), καθώς και ευρύτερο κόσμο των σχολών – επιρροές των σχημάτων. Διαδικασίες συντονισμού, οι οποίες θα αποτιμούν τη δράση των σχημάτων στο φοιτητικό κίνημα και θα χαράσσουν κάποιους γενικούς άξονες πολιτικής γραμμής ή θα αναδεικνύουν ορισμένα μέτωπα παρέμβασης για την επόμενη μέρα. Το πολιτικό αυτό ερώτημα ούτε έχει να κάνει με το οργανωτικό πλαίσιο λειτουργίας των διαδικασιών των ΕΑΑΚ, ούτε σε αυτό χωρούν απλουστευτικές απαντήσεις που ανάγουν το σύνολο των προβλημάτων στην έλλειψη διακήρυξης, μελών, τεχνητής ενότητας, διαδικασιών εκπροσώπων κλπ. Εξάλλου, ένα τέτοιο μοντέλο λειτουργίας, μπορεί να προβάλλεται έχοντας στην προμετωπίδα του την «πρωτοκαθεδρία των σχημάτων», επί της ουσίας όμως πρόκειται να λειτουργήσει αποδιαρθρωτικά για την πολιτική συμμαχία που συγκρότησε το δίκτυο των ΕΑΑΚ στην αφετηρία του, παραλύοντας της πολιτική συζήτηση στο εσωτερικό τους. Διότι ένα τέτοιο μοντέλο, θα υποκαταστήσει την ανοιχτή διαπάλη των διαφορετικών αντιλήψεων (στην οποία βασίζεται και η δυνατότητα των ΕΑΑΚ να χαράζουν μία γραμμή μαζών) με μία αποστειρωμένη διαδικασία στην οποία κάποιοι «εκπρόσωποι» θα ανακοινώνουν τα αποτελέσματα μίας συζήτησης που διεξάγεται αποσπασματικά και απομονωμένα σε κάθε σχήμα (αν διεξάγεται) ή στα γραφεία κάποιας οργάνωσης. Έτσι θα μεταβαίναμε από μία πραγματικότητα όπου το ειδικό πολιτικό βάρος κάθε αντίληψης κρίνεται από την ικανότητά της να επάγει πολώσεις και μετατοπίσεις σε ένα ευρύτερο ακροατήριο βάσει των πολιτικών της αποτελεσμάτων, σε διαδικασίες τεχνητής επίλυσης των αντιθέσεων βάσει του «αριθμού των σχημάτων» ή της «γενικευμένης συμφωνίας» τους. Είναι σαφές ότι αυτή η λογική προσπαθεί να αποτυπώσει και να μεταφέρει συσχετισμούς στο πολιτικό επίπεδο καθώς δίνεται η δυνατότητα σε οργανωμένες αντιλήψεις με καλύτερη οργανωτική εμβέλεια από άλλες να υπερεκπροσωπούνται αναντίστοιχα με το πραγματικό πολιτικό βάρος που έχουν. Η λογική αυτή έρχεται σε κόντρα με ένα θεμελιώδες στοιχείο της πολιτικής τους λειτουργίας των ΕΑΑΚ, αυτό του ανοίγματος των διαφορετικών κατευθύνσεων στο μόνο πεδίο που μπορεί να επιλύει τις αντιθέσεις, αυτό των μαζών, είτε αυτό σημαίνει τα διευρυμένα κοινωνικοπολιτικά ακροατήρια των αγωνιστών που εμπλέκονται στις διαδικασίες των σχημάτων, είτε στους ίδιους τους συλλόγους. Με την ανοιχτή πολιτική συζήτηση και τη διαρκή προσπάθεια επαγωγής μετατοπίσεων και συγκρότησης ηγεμονιών με όρους σύνθεσης και όχι πλειοψηφίας, αλλά και με μια πολιτική λειτουργία που διασφάλιζε τη μη συγκρότηση τυπικών και άτυπων ιεραρχιών και επιχειρούσε να άρει την αναπαραγωγή διαιρέσεων στο εσωτερικό του στρώματος των φοιτητων, τα σχήματα κατόρθωσαν να αποτελέσουν, από όλες τις απόψεις, ένα εγχείρημα μαζών.

Εν κατακλείδι, συμπεραίνουμε ότι η συγκεκριμένη πρόταση δεν έχει σα στόχο την πραγματική επίλυση των ζητημάτων λειτουργίας του δικτύου των ΕΑΑΚ. Αντίθετα, ενσωματώνοντας μία ηττοπαθή εκτίμηση ότι η έκβαση της αντιπαράθεσης με την αναδιάρθρωση στους χώρους του πανεπιστημίου θα είναι αρνητική και θα διαμορφώσει ένα «μαύρο» τοπίο παρέμβασης για τα σχήματα μέσα στις σχολές (αρνητικοί συσχετισμοί που δεν ανατρέπονται), προετοιμάζει το δομικό εκείνο μοντέλο λειτουργίας, το οποίο όχι μόνο θα επιτρέπει την απλή αναπαραγωγή των αντιλήψεων των ΕΑΑΚ την επόμενη μέρα, αλλά θα «θωρακίζει» και την παρουσία κάθε τάσης στα σχήματα και θα αποτυπώνει με στρεβλό τρόπο ένα συγκεκριμένο πολιτικό συσχετισμό στις διαδικασίες τους. Είναι λοιπόν μία πρόταση η οποία αφενός κλείνει και γραφειοκρατικοποιεί τις διαδικασίες των ΕΑΑΚ, μετατρέποντάς τες σε συντονιστικά πολιτικών οργανώσεων, μακριά από την πολυφωνία των σχημάτων και του ανένταχτου δυναμικού, και αφετέρου υποκρύπτει ξεκάθαρες ηγεμονίστικες διαθέσεις.

Τέτοια ζητήματα αποτελούν επίδικο για τη συγκυρία, μόνο στο βαθμό που καλείται να απαντήσει στο κρίσιμο ερώτημα: πώς τα ΕΑΑΚ θα διαδραματίσουν στο σήμερα, με μαζικούς και δυναμικούς όρους, κυρίαρχο ρόλο στη συγκρότηση μαζικών, ριζοσπαστικών κινημάτων που θα βάζουν πραγματικά αναχώματα στο προχώρημα της αντιλαϊκής πολιτικής και της εκπαιδευτικής αναδιάρθρωσης, παράγοντας παράλληλα σημαντικές πολιτικές μετατοπίσεις στον κόσμο των σχολών και δημιουργώντας τις κατάλληλες συνθήκες ακόμα και για την ανατροπή κυβερνήσεων.

Δομές φοιτητικού συνδικαλισμού

Μια τοποθέτηση για τις δομές του φοιτητικού συνδικαλισμού θα πρέπει να συνεκτιμά τον ευρύτερο κοινωνικο-πολιτικό συσχετισμό και να ερμηνεύει την αστική στρατηγική για την αναδιάρθρωση στην εκπαίδευση και τον τρόπο με τον οποίο προωθείται (ενσωμάτωση ή καταστολή των αντιδράσεων). Οποιαδήποτε τοποθέτηση πάνω στο ζήτημα των δομών, θα πρέπει να λαμβάνει υπόψιν τις τάσεις αποσυγκρότησης  που παρουσιάζει ο φοιτητικός συνδικαλισμός το τελευταίο διάστημα και να μπορεί να δίνει μία νότα ανάτασης.

  • Επιτροπές αγώνα

Η θεωρητική τεκμηρίωση τέτοιων προτάσεων για τις δομές του φοιτητικού κινήματος είναι ότι μέσα στο φοιτητικό σώμα υπάρχουν διακριτά και αντικρουόμενα συμφέροντα ως αντανάκλαση των διαφορετικών ταξικών προελεύσεων των φοιτητών. Αυτή η ανάλυση δικαιολογεί την συγκρότηση εκείνων των δομών που θα απευθύνονται στους φοιτητές λαϊκής καταγωγής, τις  επιτροπές αγώνα, λογική που  θεωρεί ότι λόγω καταγωγής κάποιοι φοιτητές θα είναι πιο δεκτικοί σε μια ιδεολογικού τύπου αντικαπιταλιστική παρέμβαση. Αυτή η λανθασμένη πολιτική ανάλυση δεν αντιλαμβάνεται ότι λόγω της κοινής ένταξης της νεολαίας στον εκπαιδευτικό μηχανισμό, των  ενιαίων πολιτικοιδεολογικών πλαισίων του πανεπιστημίου και του κατανεμητικού ρόλου του, οι διαιρέσεις εντός φοιτητικού σώματος δεν παίρνουν την μορφή σχέσεων εξουσίας ή εκμετάλλευσης ανάμεσα στους φοιτητές αλλά αντίθετα συγκροτούνται κοινά φοιτητικά συμφέροντα με πυρήνα την εργασιακή προοπτική και τους ρυθμούς σπουδών. Η λογική των αντικρουόμενων φοιτητικών συμφερόντων οδηγεί σε μια μειοψηφική παρέμβαση ιδεολογικού τύπου που αδυνατεί να υπερασπιστεί τα φοιτητικά κεκτημένα αλλά και να πυροδοτήσει κινηματικές διεργασίες. Επίσης υπονομεύει ανοιχτά το φοιτητικό κίνημα, καθώς οδηγεί σε παράλληλες δομές ως προς τις γενικές συνελεύσεις (οι οποίες εμπλέκουν το σύνολο του φοιτητικού σώματος) και υπό άλλες συνθήκες ακόμα και σε διχοτόμηση φοιτητικών συλλόγων.

  • Mόνιμο συντονιστικό γενικών συνελεύσεων

Προϊόν της ίδιας μήτρας είναι η πρόταση για μόνιμο συντονιστικό γενικών συνελεύσεων. Ανεξάρτητα δηλαδή από την κατάσταση του φοιτητικού κινήματος συντονισμός των αποφάσεων των γενικών συνελεύσεων. Συντονισμός όλων των γενικών συνελεύσεων ανεξαρτήτως της πολιτικής κατεύθυνσης δεν είναι εφικτός, άρα σε περιόδους που δεν υπάρχει όξυνση του φοιτητικού κινήματος οι «κόκκινοι» φοιτητικοί σύλλογοι θα συντονίζονται μεταξύ τους. Αυτή η πρόταση επί της ουσίας περιγράφει ένα συντονιστικό πολιτικών χώρων της αριστεράς χωρίς καμία περαιτέρω νομιμοποίηση, εξαιρετικά μειοψηφικό που θα καταλήγει να εγκαλεί ιδεολογικά τους φοιτητές και ενσωματώνεται στην αστική στρατηγική πολυδιάσπασης κοινωνικών χώρων και υποκειμένων. Η τωρινή κατάσταση του φοιτητικού κινήματος με την αποστροφή του κόσμου από τις συλλογικές διαδικασίες και την ευρύτερη αποσυγκρότηση του φοιτητικού συνδικαλισμού καταδικάζει σε αποτυχία κάθε τέτοιο σχέδιο, στο βαθμό που αυτό δεν συμβαδίζει με μια κινηματική ανάταση.

  • ΕΦΕΕ

Η ύπαρξη ενιαίων φοιτητικών συμφερόντων μπορεί δυνητικά να αποτυπωθεί και σε μια δομή όπως αυτή της ΕΦΕΕ. Παρόλα αυτά το ζήτημα δεν μπαίνει από μια σκοπιά αντιπαράθεσης γραμμών πάνω στο ζήτημα των δόμων του φοιτητικού συνδικαλισμού αλλά ενδελεχούς ανάλυσης των δεδομένων και των τάσεων στη συγκυρία καθώς και ερμηνείας των κινήσεων του αστισμού. Όσο αφορά τον ευρύτερο πολιτικοιδεολογικό συσχετισμό εντός πανεπιστημίου, παρά την εκλογική άνοδο της αριστεράς και την «καθήλωση» του νόμου Διαμαντοπούλου το ρεύμα του ατομικού δρόμου είναι ηγεμονικό στο φοιτητικό σώμα. Η στάση των παρατάξεων στο ζήτημα της ανασυγκρότησης της ΕΦΕΕ αποκαλύπτει τις αντιφάσεις που θα είχε μια τέτοια κίνηση από πλευράς ΕΑΑΚ στο παρόν, καθώς  ΔΑΠ-ΠΑΣΠ περιγράφουν μια τροποποιημένη δομή (ΕΣΥΦ, Βουλή φοιτητών) σε σχέση με την ΕΦΕΕ και με καταστατικές αλλαγές. Η ρεφορμιστική αριστερά από την άλλη παρότι επιθυμεί την ανασύσταση της ΕΦΕΕ, επιδιώκει περισσότερο τη δημιουργία ενός καλύτερου πεδίου αποτύπωσης της πολιτικής της γραμμής, παρά την θωράκιση και ανατροφοδότηση του φοιτητικού κινήματος. 

Η απάντηση στο πότε και εάν ΕΦΕΕ, πρέπει να αναμετρηθεί με τους ρυθμούς αποσυγκρότησης των συλλογικών διαδικασιών και του φοιτητικού συνδικαλισμού. Παρότι είναι εμφανείς αυτές οι τάσεις αποσυγκρότησης υπάρχουν ακόμα οι όροι διάχυσης και υλοποίησης μιας αριστερής ριζοσπαστικής πολιτικής κατεύθυνσης εντός των φοιτητικών συλλόγων και δεν βρισκόμαστε σε μια κατάσταση απονέκρωσης τους. Ζήτημα στο σήμερα είναι η δυνατότητα ύπαρξης μαζικής, ριζοσπαστικής γραμμής για το φοιτητικό κίνημα που θα βάζει αναχώματα στην αναδιάρθρωση. Αυτό είναι το μεγάλο στοίχημα για τα ΕΑΑΚ την επόμενη περίοδο και σε τελική ανάλυση θα κρίνει και την αποκρυστάλλωση του συσχετισμού δύναμης εντός πανεπιστημίων. Αν και το ερώτημα της ΕΦΦΕ παραμένει ανοιχτό, η συζήτηση πρέπει να ξεφεύγει από υπερσυγκυριακές τοποθετήσεις και ιδεολογικές εμμονές και κυρίαρχα να ψηλαφεί τα μέτωπα της περιόδου και την μάχιμη πολιτική παρέμβαση σε αυτά, καθώς εκεί κρίνεται τελικά το στοίχημα των ενεργών φοιτητικών συλλόγων.

Για τα καθήκοντα και τη στρατηγική στο σήμερα

Η συγκυρία η οποία διαγράφεται στο εσωτερικό των πανεπιστημίων, θέτει συγκεκριμένα και αναβαθμισμένα καθήκοντα για τα σχήματα, προκειμένου να αναδιατάξουν το κλίμα που επικρατεί μέσα στους συλλόγους και να διατηρήσουν υψηλά τους τόνους της αντιπαράθεσης του φοιτητικού κινήματος με το νόμο Διαμαντοπούλου. Έτσι τα σχήματα χρειάζεται να υιοθετήσουν μία παρέμβαση και μία στρατηγική η οποία να βασίζεται στα εξής σημεία:

  1. Τη συγκρότηση μίας μαζικής κινηματικής γραμμής η οποία θα αναδεικνύει όλες τις πτυχές τις εκπαιδευτικής αναδιάρθρωσης, καθώς και θα εξειδικεύει τον τρόπο  με τον οποίο θίγονται από αυτή τα συμφέροντα της πλατιάς πλειοψηφίας του φοιτητικού σώματος. Υπό αυτή την έννοια αναδεικνύονται ως κυρίαρχα ζητήματα στη συγκυρία αυτά της κατάργησης της φοιτητικής μέριμνας και των δωρεάν φοιτητικών παροχών (συγγράμματα, σίτιση, στέγαση), τα δίδακτρα και η διάλυση των πτυχίων σε συνδυασμό με τα υψηλά ποσοστά ανεργίας στους αποφοίτους των πανεπιστημίων (ρευστοποίηση των εργασιακών και επαγγελματικών δικαιωμάτων και απαξίωση της εργασιακής προοπτικής των αποφοίτων). Ιδιαίτερα για τα ζητήματα της φοιτητικής μέριμνας και της υλικής καθημερινότητας των φοιτητών (για παράδειγμα αναλώσιμα στα εργαστήρια) τα σχήματα θα πρέπει να προχωρήσουν σε μία σειρά από δυναμικές πρωτοβουλίες (παραστάσεις διαμαρτυρίας, καταλήψεις εστιατορίων κλπ) διεκδικώντας “να μην πληρώσεις κανένας φοιτητής από την τσέπη του”. Οι πρωτοβουλίες αυτές μπορούν να στοιχίσουν έναν ευρύτερο κόσμο των σχολών πίσω από μία γραμμή ανατροπής της αναδιαρθρωτικής πολιτικής και να αναδείξουν τη σημασία των συλλογικών αγώνων και των συλλογικών διαδικασιών, σε μία προσπάθεια αναδιάταξης του κλίματος στροφής στον ατομικό δρόμο και διαπάλης με τη λογική της ανάθεσης (λογικές που αποτυπώνονται ιδιαίτερα έντονα στο εσωτερικό του φοιτητικού σώματος τον τελευταίο χρόνο). Ενδέχεται οι πρωτοβουλίες αυτές να μην καταλήγουν πάντα σε νίκες (εξαιτίας των ορίων που θέτει η ίδια η συγκυρία, τα οποία παρόλα αυτά δεν είναι τόσο στενά ώστε να μην σου επιτρέπουν να προχωράς σε τέτοιες κινήσεις), σίγουρα όμως θα αφήσουν συγκεκριμένες παρακαταθήκες σύγκρουσης με τις υλικές πτυχές τις αναδιάρθρωσης και δυναμικών συλλογικών διεκδικήσεων στο εσωτερικό των συλλόγων. Εν τέλει, με αυτό τον τρόπο τα σχήματα θα επιχειρήσουν να αναδείξουν τις αντιφάσεις που προκύπτουν από τη συνολική εφαρμογή του νόμου, για τα συμφέροντα τις φοιτητικής πλειοψηφίας.
  2. Την ανάδειξη των σχέσεων εξουσίας  που αναπτύσσονται στο εσωτερικού του πανεπιστημίου μεταξύ καθηγητών – φοιτητών, συγκροτώντας ένα πεδίο καθημερινής αντιπαράθεσης και σύγκρουσης (το οποίο θα αποτυπώνεται και στην πράξη) με τις λογικές της εντατικοποίησης των ρυθμών σπουδών και της πειθάρχησης των φοιτητών, που αναπαράγονται ιδιαίτερα έντονα από το καθηγητικό στρώμα, πριν καν τεθεί σε εφαρμογή ο νόμος Διαμαντοπούλου. Μία τέτοια δουλειά σίγουρα περνάει και μέσα από την παρέμβαση των σχημάτων στις επιτροπές αλλαγής των προγραμμάτων σπουδών σε πιο αντιδραστική κατεύθυνση (διαδικασία που έχει ανοίξει σε μία σειρά από σχολές). Παράλληλα, τα σχήματα θα πρέπει να στοχοποιήσουν τις μερίδες εκείνες του καθηγητικού στρώματος, οι οποίες αυτή τη στιγμή συμπράττουν με το υπουργείο στην κατεύθυνση εφαρμογής του νόμου, είτε συμμετέχοντας στις εκλογές των Συμβουλίων Διοίκησης, είτε εφαρμόζουν επιμέρους πτυχές του νόμου (για παράδειγμα την κατάργηση των πτυχιακών εξεταστικών, όπου αυτές υπάρχουν ακόμα). Η κατεύθυνση αυτή συνεπάγεται και “ακτιβισμούς” στις διαλέξεις και στα γραφεία των εγκάθετων καθηγητών και μαζικές παραστάσεις διαμαρτυρίας στα τμήματα. Ειδικά για το ζήτημα των Συμβουλίων Διοίκησης και καθώς οδεύουμε προς την εκλογή τους δια μέσου της ηλεκτρονικής ψηφοφορίας (διαδικασία την οποία τα ΕΑΑΚ δεν έχουν ακόμα ανιχνεύσει τον τρόπο με τον οποίο θα την μπλοκάρουν), οι κινήσεις αυτές θα πρέπει να έχουν σα στόχο και την απονομιμοποίηση στα μάτια των φοιτητών των νέων – εγκάθετων διοικήσεων.
  3. Την αποκρυστάλλωση ενός στυλ δουλειάς και παρέμβασης που να γειώνει των πολιτικό λόγο των σχημάτων στις ιδιαιτερότητες κάθε χώρου και να τους επιτρέπει να ανιχνεύουν διαύλους επικοινωνίας με τα ρεύματα της φοιτητικής αμφισβήτησης και πρωτόλεια ριζοσπαστικοποίησης. Ένα τέτοιο στυλ δουλειάς σημαίνει και ένα γειωμένο πολιτικό λόγο, ο οποίος θα αφουγκράζεται και θα αποτυπώνει τις ανησυχίες και τις ανάγκες του φοιτητικού σώματος και θα παρουσιάζει μία πραγματική διέξοδο για αυτό και μία νικηφόρα προοπτική για το κίνημα. Μια παρέμβαση δηλαδή, η οποία δεν θα καταλήγει κάτω από την πίεση (ή την αποδοχή) ενός δυσμενούς συσχετισμού σε ιδεολογικές εγκλίσεις του φοιτητικού σώματος (λογικές που θέτουν τον αντικαπιταλισμό ως προϋπόθεση στις μάζες και δεν τον αντιλαμβάνονται ως αποτέλεσμα μίας σειράς ρήξεων στο εσωτερικό της κυρίαρχης ιδεολογίας σα συνέπεια αντίστοιχων πολιτικών και κοινωνικών ρήξεων) και σε μία προσπάθεια συσπείρωσης γύρω από τα σχήματα μίας διαφορετικής πολιτισμικότητας, ανίκανης όμως να εκφραστεί πολιτικά και να πυροδοτήσει ευρύτερες αντιστάσεις.
  4. Τη στρατηγική ευρύτερη συσπείρωση κοινωνικών δυνάμεων και τη συγκεφαλαίωση τους σε ένα κοινωνικό μέτωπο αντίστασης στην αναδιαρθρωτική πολιτική στο εσωτερικό του πανεπιστημίου. Μία τέτοια κίνηση μπορεί να συμπεριλαμβάνει τα κομμάτια εκείνα της πανεπιστημιακής κοινότητας που πλήττονται από την εφαρμογή του νόμου (διοικητικοί υπάλληλοι ιδρυμάτων, συμβασιούχοι, κατώτατης βαθμίδας μέλη ΔΕΠ κλπ) ή κομμάτια του ΔΕΠ τα οποία κινητοποιήθηκαν πρόσφατα (κυρίως με αιχμή την περικοπή στα μισθολογικά τους), υπό την ηγεμονία του φοιτητικού κινήματος, με κύρια αιτήματα την ανατροπή του νόμου Διαμαντοπούλου ενάντια στη διάλυση του δημόσιου και δωρεάν πανεπιστημίου και με κύριο – άμεσο στόχο τη συντονισμένη παρεμπόδιση των εκλογών των Συμβουλίων Διοίκησης, ακόμα και δια μέσου της ηλεκτρονικής ψηφοφορίας (σε αυτό θα μπορούσαν να συνδράμουν οι διοικητικοί υπάλληλοι των ιδρυμάτων). Σίγουρα η κίνηση αυτή συνεπάγεται και τη μετατροπή των ανοιχτών συνελεύσεων ιδρυμάτων από συντονιστικά πολιτικών χώρων (κυρίως ΕΑΑΚ – ΑΡΕΝ)  σε πραγματικές συντονιστικές διαδικασίες των κομματιών αυτών της πανεπιστημιακής κοινότητας, χωρίς φυσικά να υποκαθιστούν τις διαδικασίες των φοιτητικών συλλόγων ή των συλλόγων του προσωπικού των ιδρυμάτων.
  5. Tην εμπλοκή όλου του δυναμικού σε κινήσεις και μέτωπα στις γειτονιές, το συντονισμό και την κοινή δράση και με άλλες δυνάμεις της αριστεράς, στις λαϊκές κινήσεις και συμμετοχή στις επιμέρους κινητοποιήσεις απέναντι στα μνημόνια. Στόχος, η συγκρότηση ενός πλατιού κοινωνικού μετώπου με συμμετοχή φοιτητών και εργαζομένων για την ανατροπή της μνημονιακής πολιτικής.
  6. Ειδική σημασία στη συγκυρία αποκτά  η παρέμβαση για τη συγκρότηση ενός πλατιού αντιφασιστικού-αντιρατσιστικού μετώπου. Θα πρέπει να παρθούν πρωτοβουλίες σε επίπεδο γειτονιών αλλά και κοινωνικών χώρων όπου θα συμμετέχουν ευρύτερες «δημοκρατικές» δυνάμεις που ως στόχο θα έχουν τη διαμόρφωση ενός μαζικού πολιτικού μετώπου που θα αντιπαρατίθεται και θα μπλοκάρει τις κινήσεις της ΧΑ (και με υλικούς όρους), ενώ θα προσπαθεί να απονιμιμοποιήσει φασιστικά ιδεολογήματα και πρακτικές.

 

Παρασκευή 02/11/2012

book-128Περιοδικό

ΑΡΙΣΤΕΡΗ ΑΝΑΤΡΟΠΗ 

periodika

posterΑφίσες

afises

video-playΒίντεο

video

tetradia-marxismou small